ΟΜΙΛΙΑ ΦΛΟΡΙΝ ΜΑΡΙΝΕΣΚΟΥ

 

O EΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΡΟΥΜΑΝΙΑΣ ΜΕΧΡΙ ΤΟ 1878

 

τοῦ Φλορὶν Μαρινέσκου*

 

Κύριε Πρόεδρε, ἐκλεκτὸ ἀκροατήριο,

 

007Μὲ μεγάλη χαρὰ συμμετέχω σ' αὐτὴν τὴν ἐκδήλωση ποὺ σκοπὸ ἔχει νὰ ἀναδείξει διάφορες πτυχὲς τοῦ Ἑλληνισμοῦ σὲ εὐρωπαϊκὲς χῶρες. Τὸ θέμα μὲ ἐνδιαφέρει ἄμεσα παρ' ὅλο ποὺ ἔχω γράψει ἴσως λίγα τὰ τελευταῖα χρόνια. Ἀσφαλῶς πιὸ λίγα ἀπὸ τὸ ὑλικὸ ποὺ ἔχω στὸν ὑπολογιστή μου.


Ἐπειδὴ δὲν μὲ ξέρετε νὰ σᾶς ἐνημερώνω ὅτι μὲ ἐνδιαφέρει νὰ ἀναδείξω στὰ κείμενά μου τόσο τὸν Ἑλληνισμὸ τῆς Ρουμανίας, τὸν ὁποῖο γνωρίζω καλά, ὅσο καὶ στοιχεῖα ποὺ ἀφοροῦν τοὺς Ρουμάνους ποὺ ζοῦσαν ἢ ζοῦν στὴν Ἑλλάδα, θέμα πιὸ δύσκολο. Καὶ ἐπειδὴ οὔτε ἡ ἱστορία τῆς Ρουμανίας εἶναι πολὺ γνωστὴ στὴν Ἑλλάδα, τόλμησα καὶ ἔγραψα ἕνα βιβλίο στὰ Ἑλληνικά, ποὺ ἐκείνη τὴν ἐποχὴ ἦταν τὸ πρῶτο ποὺ κυκλοφόρησε στὴν γλῶσσα αὐτὴ καὶ ποὺ ἔγινε διδακτέα ὕλη σὲ κάποια πανεπιστήμια. Προσφέρω ἕνα ἀντίτυπο στὴν μορφωτικὴ ἀκόλουθο τῆς Ρουμανικῆς Πρεσβείας καὶ ἕνα ἄλλο στὴν Βιβλιοθήκη τοῦ Ἐπιμελητηρίου.


Καὶ κάτι ἀκόμα, ὁ Ἑλληνισμὸς τῆς Ρουμανίας δὲν εἶναι καθόλου κατώτερος σὲ σχέση μὲ ἐκεῖνο τῆς Βιέννης, τῆς Βενετίας, τῆς Τεργέστης ἢ τῆς Ἀλεξάνδρειας. Ἁπλῶς ἔχουν γραφτεῖ λιγότερα πράγματα.


Γιατὶ μέχρι τὸ 1878 κυρίως; Ἐπειδὴ μία ἐξαιρετικὴ ἐρευνήτρια, ἡ κυρία Ἑλένη Μπελιά, ἀξιοποίησε μέχρι ἐκείνη τὴν χρονιὰ τὸ ὑλικὸ ποὺ ἐντόπισε. Μετὰ ἀπὸ αὐτὴ τὴν χρονολογία ὑπάρχουν σκόρπια στοιχεῖα.


Ἐδῶ καὶ χρόνια εἶχα στὸ μυαλό μου καὶ στὸν ὑπολογιστὴ κάποιους τομεῖς τῶν δραστηριοτήτων τῶν Ἑλλήνων στὴν Ρουμανία – πολιτική, ἐμπόριο, παιδεία, θρησκεία. Ἔλα ποὺ εἶχα ὅμως καὶ ἐκπλήξεις… Ξέρει κανεὶς ὅτι τὴν ξυλεία γιὰ τὴν κατασκευὴ τοῦ κτιρίου τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν τὴν ἔδωσε στὰ μέσα τοῦ 19ου αἰώνα ἡ ἑλληνικὴ κοινότητα τοῦ Γαλατζίου; Ἐγὼ τὸ ἔμαθα τυχαία. Μία ἄλλη ἔκπληξη εἶχα στὴν Ἄνδρο, στὴν Καϊρίο Βιβλιοθήκη, ὅταν ὁ ρομαντικὸς καὶ ἀξιόλογος κύριος Δημήτριος Πολέμης, μοῦ δείχνει μία φωτογραφία παλαιά. Καὶ μὲ ρωτάει – Ξέρεις ποιοί εἶναι ἐδῶ. Ὄχι, τοῦ ἀπαντῶ. Εἶναι 100 Ἕλληνες κυνηγοὶ τοῦ Γαλατζίου. Καὶ ἀναρωτήθηκα εἰλικρινὰ – ἔχει νόημα μετὰ ἀπὸ τέτοια πληροφορία νὰ συνεχίζω νὰ ψάχνω γιὰ Ἕλληνες στὴν Ρουμανία; Τελικὰ συνέχισα.


Ἔχω καὶ ἐγὼ ὁ ἴδιος βιώματα. Δὲν ξεκίνησα ἀπὸ τὸ μηδέν. Θὰ σᾶς πῶ δύο στοιχεῖα. Εἶχα καὶ τὴν μητέρα μου, Καθηγήτρια ἀρχαίων καὶ νέων ἑλληνικῶν στὸ Πανεπιστήμιο στὸ Βουκουρέστι, ἡ ὁποία μὲ μύησε στὸν Ἑλληνισμό. Ὁ πατέρας της, τὸν ὁποῖον ρωτοῦσε κάθε χρόνο ὁ ἱερέας στὴν Ἑλληνικὴ Πρεσβεία πότε θὰ γυρίσει στὴν Ἑλλάδα, γύρισε στὸ νησί του, στὴν Σκόπελο σὲ λάθος ἐποχή. Ἀναγκάστηκε νὰ πουλήσει δύο σπίτια γιὰ δύο ὀκάδες λάδι. Καὶ ὅταν τελείωσε τὸ λάδι μετακόμισε καὶ ὁ ἴδιος στὴν γειτονιὰ τῶν ἀγγέλων. Δίπλα στὴν μητέρα μου ἔγραψαν ἢ γράφουν καὶ σήμερα ἀρκετοὶ φιλόλογοι ἢ ἱστορικοί, ἑλληνικῆς ἢ ρουμανικῆς καταγωγῆς, τοὺς ὁποίους γιὰ λόγους οἰκονομίας χρόνου δὲν θὰ τοὺς ἀναφέρω.


Καὶ κάτι ἀκόμα. Ἀπέναντι ἀπὸ τὸ σπίτι μου στὸ Βουκουρέστι ὑπῆρχε ἕνα ἐργοστάσιο ποὺ παρήγαγε χαλβᾶ. Ἀνῆκε παλαιὰ σὲ ἕνα Ἕλληνα, Χελιώτη, ὅπως ἔγραφε μὲ αἰθάλη στὴν καμινάδα. Κάθε χρόνο οἱ Ρουμᾶνοι γράφαν μὲ ἄσπρη μπογιὰ τὴν λέξη Delicia. Ἀλλά μέσα στὸν χρόνο ἡ Δελίτσια ἔσβηνε καὶ ὁ Χελιώτης ἔμενε. Τυχαῖο; Δὲν νομίζω.


Οἱ σχέσεις μεταξὺ ντόπιων καὶ Ἑλλήνων ἦταν τόσο ἔντονες ποὺ ἀκόμα καὶ σὲ ἕνα ἑλληνικὸ δημοτικὸ τραγούδι διαβάζουμε τὸ ἑξῆς, χωρὶς νὰ σᾶς τὸ τραγουδήσω: Ἔχεις ἀμπέλια στὴν Βλαχιὰ/Σπίτια στὸ Βουκουρέστι/Γιὰ δὲν παντρεύεσαι; Ἐπὶ πλέον οἱ Ἕλληνες εἰσῆλθαν καὶ στὰ ρουμανικὰ κάλαντα, ὅπως τιτλοφορεῖται ἕνα σχετικὸ βιβλίο ποὺ τυπώθηκε τὸ 1935.


Θά ξεκινήσω ἀναφέροντας ὁρισμένες κατηγορίες Ἑλλήνων ποὺ ἔζησαν καὶ ἔδρασαν στὴν σημερινὴ Ρουμανία ἡγεμόνες, πολιτικοί, τραπεζῖτες, ἔμποροι, τεχνῖτες, κληρικοὶ ὅλων τῶν βαθμίδων, ἀπὸ μητροπολῖτες μέχρι μοναχούς, ἰατροί, ἰατροφιλόσοφοι, γραμματεῖς, οἰκοδιδάσκαλοι στὶς Αὐλὲς τῶν ἡγεμόνων, καθηγητές, συγγραφεῖς, διορθωτές, ἀντιγραφεῖς, τυπογράφοι, ἐκδότες, βιβλιοπώλεις, ἄνθρωποι τοῦ θεάτρου, ἐφοπλιστές, γαιοκτήμονες, θεράποντες τῆς Θέμιδος.


Ἐπαφὲς μὲ τὸν ντόπιο πληθυσμὸ δημιουργήθηκαν ἀπὸ τὸν ἕβδομο αἰῶνα π.Χ., ὅταν Ἕλληνες ἀπὸ τὴν Μίλητο καὶ τὴν Ποντιακὴ Ἡρακλεία δημιούργησαν στὴν Δοβρουτζὰ τρεῖς ἀποικίες Ίστρια, Τόμις (σημερινὴ Κωνστάντζα) καὶ Καλλάτης (σημερινὴ Μαγγάλια), καὶ οἱ τρεῖς μὲ ἔντονη οἰκονομικὴ δραστηριότητα.


Ἀπὸ τὰ τέλη τοῦ 14ου αἰώνα ἄρχισαν νὰ ἐμφανίζονται στὰ Ρουμανικὰ Πριγκιπᾶτα οἱ πρῶτοι Ἕλληνες ἀξιωματοῦχοι. Πρῶτος ἦταν ὁ Φίλος ἢ Πίλεα λογοθέτης στὴν Βλαχία. Πρὸς τὰ τέλη τοῦ 16ου αἰῶνα ὁ ἀριθμός τους αὐξάνεται, φθάνοντας στὴν τοπικὴ Βουλὴ ἀξιωματοῦχοι τόσο ἀπὸ τὴν Στερεὰ Ἑλλάδα καὶ ἀπὸ τὰ νησιὰ ἀλλὰ ἀκόμα ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη ἢ ἀπὸ τὴν Μικρὰ Ἀσία. Εἴτε συνόδευαν νέο ἡγεμόνα, ἑλληνικῆς καταγωγῆς, ἢ γιὰ ἐμπορικὲς δραστηριότητες. Εἶχαν γνωστὰ ἢ λιγότερο γνωστὰ ἐπώνυμα. Ὁ ἀριθμός τους αὐξάνεται ὅσο προχωρᾶμε πρὸς τὴν φαναριώτικη περίοδο (1709-1821), ὅταν μόνο δύο οἰκογένειες ἡγεμόνων ἦταν ρουμανικὲς ἀλλὰ ἐξελληνισμένες. Σᾶς εἶναι σίγουρα γνωστὰ τὰ ἐπώνυμα τῆς οἰκογένειας Μαυροκορδάτου ἢ τῆς οἰκογένειας Μουρούζη ἢ Ὑψηλάντη. Ἀπὸ τὶς λιγότερο γνωστὲς οἰκογένειες κατὰ τὴν ἄφιξή τους στὴν σημερινὴ Ρουμανία θὰ σᾶς ἀναφέρω τὴν οἰκογένεια Ξινταβελώνη. Ὅταν ἀπέκτησε μεγάλη περιουσία ἄλλαξε ἐπώνυμο – καὶ ἔγινε Χρυσοβελώνη. Ἕνας ἀπόγονος εἶναι σήμερα πρόεδρος ἢ διευθυντὴς τῆς Τράπεζας Χρυσοβελόνη στὸ Βουκουρέστι. Ὁρισμένα μέλη αὐτῶν τῶν οἰκογενειῶν παρέμειναν στὶς ρουμανικὲς χῶρες, παίζοντας ρόλο στὴν τοπικὴ πολιτικὴ ζωή. Εἶχαν παντρευτεῖ ἢ Ρουμάνες ἢ Ἑλληνίδες. Ἀπὸ ἐκείνους ποὺ παντρεύτηκαν Ρουμάνες μερικοὶ ἄλλαξαν τὸ ἐπώνυμο, λαμβάνοντας τὸ ὄνομα κτήματος ποὺ ἀπέκτησαν ὡς προῖκα καὶ ἔτσι ἡ συνέχεια τοῦ ἐπωνύμου χάνεται.


Στὸν ἐμπορικὸ τομέα τώρα. Οἱ Ἕλληνες πρωτοστάτησαν στὴν διακίνηση τῶν ἐμπορευμάτων μεταξὺ Νοτιο-Ἀνατολικῆς καὶ Κεντρικῆς Εὐρώπης σὲ τέτοιο βαθμὸ ὥστε ἡ λέξη Ἕλληνας νὰ εἶναι συνώνυμη μὲ τὴν λέξη ἔμπορος. Ἔδρασαν γιὰ αἰῶνες τόσο στὴν Μολδαβία καὶ στὴν Βλαχία ἀλλὰ κυρίως στὴν Τρανσυλβανία, ὅπου στὰ μέσα τοῦ 17ου αἰῶνα δημιούργησαν δύο ἐμπορικὲς κομπανίες, τοῦ Σιμπίου καὶ τοῦ Μπρασόβ, κομπανίες ποὺ ἄφησαν ἐποχή. Μέλη τους δὲν ἦταν ὅμως Ἕλληνες ἀλλὰ καὶ Ρουμᾶνοι, Σέρβοι, Βούλγαροι, Κουτσόβλαχοι, Ἑβραῖοι. Ἀπὸ τὸν 17ο αἰώνα καὶ ὕστερα δραστηριοποιοῦνται μεγάλοι ἐμπορικοὶ οἶκοι, τοῦ Ζυγούλη, τοῦ Δορμούζη, τοῦ Χατζῆ-Στάμου καὶ κυρίως τοῦ Χατζῆ-Πόπ. Τὸ ἀρχεῖο τοῦ τελευταίου οἴκου σώζεται στὸ Βουκουρέστι καὶ περιλαμβάνει περίπου 350.000 ἔγγραφα, ἂν ὄχι περισσότερα. Ἔμποροι θαλάσσης, ἔμποροι ξηρᾶς τόσο καταξιωμένοι, ὥστε ὁ Στράβων ἀκόμα φαίνεται νὰ ἔγραψε «Ἐὰν ὁ Ἕλλην ἐγκατελειφθεῖ πάνω σὲ ἕναν βράχο, θὰ τὸν κάνει νὰ ἀνθίσει διὰ βιομηχανίας».


Στὸν τομέα τῆς παιδείας θὰ μποροῦσε νὰ γίνει συνέδριο διάρκειας μίας ἑβδομάδος, ὄχι νὰ τελειώσει ὁ ὁμιλητὴς σὲ λίγα λεπτά. Ἡ πρώτη μαρτυρία γιὰ Ἕλληνα καθηγητὴ στὰ Πριγκιπᾶτα χρονολογεῖται στὰ μέσα τοῦ 16ου αἰώνα, ὅταν ὁ Σαμιώτης ἡγεμόνας τῆς Μολδαβίας Ἰάκωβος Ἡρακλείδης ἵδρυσε στὴν πόλη Κοτνάρι τὸ 1562 ἕνα ἑλληνικὸ καὶ λατινικὸ σχολεῖο – Scuola greca et latina. Ἐκεῖ κάλεσε νὰ διδάξει ἕνας Ἕλληνας καθηγητὴς ἀπὸ τὴν Ζάκυνθο, ὁ Λήσταρχος Ἐρμόδωρος. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ ἡγεμόνας ἀπεβίωσε ἕναν χρόνο ἀργότερα, ὁ καθηγητὴς ἀκύρωσε τὸ ταξίδι του. Τὸν ἑπόμενο αἰῶνα ὁ ξακουστὸς ἡγεμόνας Βασίλε Λούπου ἵδρυσε γύρω στὰ 1640 στὴν μονὴ τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, ποὺ ἔγινε μετόχι τοῦ Πρωτάτου, ἕνα κολλέγιο, ὅπου μετὰ τὸ 1645 ἄρχισαν νὰ παραδίδονται μαθήματα στὰ Ἑλληνικά. Καὶ στὴν Βλαχία, στὴν πόλη Ταργκόβιστε, λειτουργοῦσε Ἑλληνο-λατινικὴ σχολή, ὅπου δίδασκαν οἱ Χιῶτες Πανταλέων Λιγαρίδης καὶ Ἰγνάτιος Πετρίτσης. Τόσο τὸν αἰῶνα αὐτὸν ὅσο καὶ ἀργότερα, ἀλλὰ κυρίως ἀργότερα, πολλοὶ Ἕλληνες προσλαμβάνονται ἀπὸ Ρουμάνους ἡγεμόνες ἢ ἀξιωματούχους ὡς οἰκοδιδάσκαλοι στὶς Αὐλές τους ἢ στὰ σπίτια τους.


Πολὺ φημισμένες ὑπῆρχαν ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τοῦ 18ου αἰῶνα καὶ μέχρι τὸ 1821 οἱ Ἡγεμονικὲς Ἀκαδημίες τοῦ Βουκουρεστίου καὶ τοῦ Ἰασίου, γιὰ τὶς ὁποῖες ἡ γνωστὴ Ἑλληνίστρια τοῦ Βουκουρεστίου Ἀριάδνη Καμαριανοῦ-Τσιορὰν συνέταξε καὶ δημοσίευσε μία μονογραφία στὰ Ρουμανικὰ καὶ ἀργότερα στὰ Γαλλικά. Ἡ δεύτερη περιλαμβάνει μόνο 800 σελίδες. Χάριν στὶς προσπάθειες πολλῶν ἡγεμόνων, ὅπως τοῦ Κωνσταντίνου Μαυροκορδάτου, τοῦ Ἀλεξάνδρου Ὑψηλάντη, τοῦ Γρηγορίου Γκίκα, οἱ δύο Ἀκαδημίες συγκέντρωναν ὅτι λαμπρότερο διέθετε ὁ Ἑλληνισμὸς ὡς πρὸς τοὺς καθηγητές. Καὶ ἀναφέρομαι στὸν Σεβαστὸ Κιμηνίτη, στὸν Μάρκο Πορφυρόπουλο, στὸν Γεώργιο Χρυσόγονο, στὸν Λάμπρο Φωτιάδη, στὸν Ἰώσηππο Μοισιόδακα, στὸν Κωνσταντῖνο Βαρδαλάχο, στὸν Νεόφυτο Δοῦκα ἢ στὸν Βενιαμὶν Λέσβιο. Ἀπὸ τοὺς 54 καθηγητὲς ποὺ δίδαξαν στὴν Βλαχία καὶ τοὺς 34 ποὺ δίδαξαν στὴν Μολδαβία κανείς τους δὲν ἦταν ἄγνωστος. Ἦταν ὅλοι διάσημοι. Μαθητὲς ὑπῆρξαν παιδιὰ ἀπὸ πολλὲς περιοχῆς τῶν Βαλκανίων ἀλλὰ καὶ τῆς Μικρᾶς Ἀσίας.


Νὰ περάσουμε τώρα σὲ ἄλλη κατηγορία, ἐκείνη τῶν Ἑλλήνων κληρικῶν, ὅλων τῶν βαθμίδων, ποὺ ἔζησαν γιὰ λίγο ἢ γιὰ πολὺ στὴν σημερινὴ Ρουμανία. Θὰ ἀναφέρω πρῶτα τὸν Πατριάρχη Ἱεροσολύμων Δοσίθεο Νοταρὰ καὶ τὸν ἀνιψιό του καὶ διάδοχο στὸν θρόνο Χρύσανθο, ἐξέχουσες προσωπικότητες τῆς ἐποχῆς τους (τέλη 17ου-ἀρχὲς 18ου αἰώνα). Ὁ δεύτερος παρέμενε στὴν Βλαχία ἕξι χρόνια. Μνημονεύω ἐπίσης τὸν πατριάρχη Ἀλεξανδρείας Γεράσιμο Παλλαδά, ὁ ὁποῖος μεταξὺ ἄλλων φιλοξενήθηκε στὸ Ἰάσιο ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν ἡγεμόνα καὶ γνωστὸ λόγιο τῆς Μολδαβίας Δημήτριο Καντεμίρ. Ἐν ἐνεργεία Μητροπολῖτες Ἀδριανουπόλεως, Σόφιας ἢ ἄλλων περιοχῶν εἶχαν ἄμεσες ἐπαφὲς στὴν Βλαχία ἢ στὴν Μολδαβία ὅπου καὶ κατὰ καιροὺς διέμεναν. Μεγάλος ἦταν καὶ ὁ ἀριθμὸς τιτουλάριων Μητροπολιτῶν Σεβαστίας, Εἰρηνουπόλεως, Συνάδων, Τραϊανουπόλεως ἢ Ἱεραπόλεως οἱ ὁποῖοι παρέμεναν ἀρκετὰ στὶς περιοχὲς αὐτὲς ὡς ἡγούμενοι ἢ ἀλλιῶς μετοχιάριδες πολλῶν ρουμανικῶν μονῶν, ἐκκλησιῶν ἢ σκητῶν ποὺ ἀφιερώθηκαν ἀπὸ ἡγεμόνες ἢ Ρουμάνους ἀξιωματούχους στὸ Ἅγιον Ὄρος, στὸ Σινᾶ, στὰ Πατριαρχεῖα, στὰ Μετέωρα, στὴν Ἤπειρο ἢ στὴν Χάλκη στὸ πλαίσιο μίας πολιτικῆς αὐτοκρατορικοῦ τύπου. Οἱ τιτουλάριοι ποὺ προανέφερα εἶχαν θετικὴ πνευματικὴ ἐπιρροὴ ἐκεῖ ποὺ διέμεναν. Ὁ πιὸ γνωστὸς μᾶλλον μέχρι τώρα εἶναι ὁ Γρηγόριος Εἰρηνουπόλεως καὶ Βατοπαιδίου, ὄχι μόνο ἐπειδὴ μαζὶ μὲ ἕναν συνάδελφο ἔγραψα δύο βιβλία, τόσο στὰ Ἑλληνικὰ ὅσο καὶ στὰ Ρουμανικά.


Καὶ γιὰ μὲ ξανακαλέσετε θὰ ἀναφέρω μία τελευταία κατηγορία Ἑλλήνων – ἐκείνη τῶν εὐεργετῶν. Θέμα ἀγαπημένο καὶ στὴν κυρία Γεωργιτσογιάννη ἡ ὁποία δημοσίευσε μεταξὺ ἄλλων μία ὁλόκληρη μονογραφία γιὰ τὸν Κεφαλλονίτη Παναγῆ Χαροκόπο ὁ ὁποῖος ἐνίσχυσε ἀποφασιστικὰ τὴν κατασκευὴ τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας τοῦ Βουκουρεστίου. Ἀλλὰ πρῶτα πρέπει νὰ μνημονεύσω τὰ δύο ξαδέλφια, τὸν Εὐάγγελο καὶ τὸν Κωνσταντῖνο Ζάππα, ποὺ εἶναι ἐθνικοὶ εὐεργέτες. Μάθαμε ἀρκετὰ γιὰ τὸν Εὐάγγελο πρὶν ἀπὸ μερικὰ χρόνια σὲ ἕνα συνέδριο ποὺ ὀργάνωσε ὁ γνωστὸς διανοούμενος, Γεώργιος Δολιανίτης. Σημαντικὸ ἦταν καὶ τὸ ἔργο τοῦ Ἀπόστολου Ἀρσάκη, πρόσωπο βαθιὰ ἐνσωματωμένο στὴν ρουμανικὴ κοινωνία. Πρέπει νὰ ἀναφέρουμε ἐπίσης τὸν Κωνσταντῖνο Ξενοκράτη καὶ τὸν ἀνιψιό του, Γεώργιο Κυριατζὴ ἀλλὰ καὶ τὸν Νικόλαο Χρυσοβελώνη. Last but not least θὰ ἀναφέρω καὶ μία γυναῖκα, τὴ Χρυσὴ Βελέντζα, τὸ γένος Γιαλιτζά, ἡ ὁποία μὲ τὴν διαθήκη της ἄφησε πολλὰ χρήματα γιὰ τὴν περίφραξη τοῦ Νεκροταφείου τοῦ χωριοῦ Ρουσανέστι, ἐκεῖ ποὺ διέμενε. Θέλω νὰ κλείσω σχετικὰ μὲ τὴν κατηγορία αὐτὴ μὲ μία συγκλονιστικὴ φράση ποὺ ἄκουσα πρὶν ἀπὸ χρόνια. Ἀναφέρεται στὸν Πέτρο Σάρογλο ἢ Σαρόγλου ἀλλὰ νομίζω ὅτι καλύπτει καὶ ἄλλα πρόσωπα – «Παντρεύτηκε τὴν Πατρίδα καὶ ζεῖ μαζί της». Δὲν εἶναι συγκλονιστική;


Γιὰ ἄλλες κατηγορίες, ὅπως τῶν ζωγράφων ἢ τῶν δημοσιογράφων, θὰ ἐπανέρθω ἀργότερα.
Σᾶς εὐχαριστῶ γιὰ τὴν προσοχή σας. Ἢ γιὰ τὴν ὑπομονή σας.

 

Ὁ Φλορὶν Μαρινέσκου εἶναι Ἱστορικὸς-Ἐρευνητὴς στὸ Ἰνστιτοῦτο Νεοελληνικῶν Ἐρευνῶν τοῦ Ἐθνικοῦ Ἱδρύματος Ἐρευνῶν.

Σχεδιασμός και Κατασκευή
JIT