ΟΜΙΛΙΑ ΑΝΝΑΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗ-ΣΥΜΕΩΝΙΔΗ*
Ἡμερίδα ΕΛΕΤΟ–EAFT - Ἀθήνα 7/11/2013
«Οἱ ἐθνικὲς γλῶσσες καὶ ἡ ὁρολογία στὴν ἀνώτατη ἐκπαίδευση,
στὴν ἐπιστήμη καὶ στὴν τεχνολογία»
Εἰσαγωγὴ
Πρόκειται γιὰ θέμα εὐρύτερα γνωστὸ στὸ ἐξωτερικὸ ἀλλὰ καὶ πολὺ δημοφιλὲς στὴν Ἑλλάδα, μὲ τὸ ὁποῖο ἀσχολοῦνται πολλοί, εἰδικοὶ καὶ μή, καὶ ὄχι πάντοτε μὲ ἀντικειμενικὸ τρόπο. Ἐμεῖς θὰ προσπαθήσουμε μέσα ἀπὸ τὰ ἐργαλεῖα τῆς Γλωσσολογίας νὰ παρουσιάσουμε μὲ νηφαλιότητα ἐρευνητικὰ πορίσματα πάνω στὰ ὁποῖα στηρίζεται ἡ εἰκόνα τοῦ δανεισμοῦ. Ἀπὸ τὴν ἀρχὴ θὰ ἤθελα νὰ δηλώσω ὅτι οἱ σχέσεις τῆς ἑλληνικῆς μὲ τὶς εὐρωπαϊκὲς γλῶσσες εἶναι ἀμφίδρομη, δηλ. ἡ ἑλληνικὴ δάνεισε καὶ δανείστηκε λέξεις, ὅρους καὶ στοιχεῖα. Ὡστόσο τὸ θέμα μας ἀφορᾶ μόνο τὴν πρώτη περίπτωση.
Στὴν ἀνακοίνωση αὐτὴ θὰ ἐξετάσουμε πρῶτα τί θεωρεῖται ἑλληνικό, δηλ. θὰ ἀναφερθοῦμε στὶς ποικίλες περιπτώσεις δανεισμοῦ τῶν εὐρωπαϊκῶν γλωσσῶν ἀπὸ τὴν ἑλληνική, καὶ θὰ μᾶς ἀπασχολήσουν κυρίως οἱ λεξικὲς μονάδες (στὸ ἑξῆς λ.μ.) ποὺ οἱ εὐρωπαϊκὲς γλῶσσες δανείστηκαν ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ α) εἴτε ἀπευθείας (ἄμεσα δάνεια ἀπὸ τὴν ἑλληνική), β) εἴτε μέσω τῆς λατινικῆς (ἄμεσα δάνεια ἀπὸ τὴν λατινική), γ) εἴτε τέλος οἱ λ.μ. ποὺ οἱ εὐρωπαϊκὲς γλῶσσες κατασκεύασαν μὲ ἀρχαιοελληνικὰ (στὸ ἑξῆς Α.Ε.) στοιχεῖα. Στὴν συνέχεια θὰ ἐπικεντρώσουμε τὴν προσοχή μας στὸ γεγονὸς ὅτι ὁ δανεισμὸς ἀφορᾶ κυρίως τὸ ἀκαδημαϊκὸ καὶ ἐπιστημονικὸ λεξιλόγιο σὲ ἀντιδιαστολὴ μὲ τὸ καθημερινό, γενικὸ λεξιλόγιο καὶ θὰ μᾶς ἀπασχολήσει τὸ πόσες τελικὰ εἶναι οἱ λέξεις ποὺ δανείστηκαν οἱ εὐρωπαϊκὲς γλῶσσες ἀπὸ τὴν Α.Ε. Στὸ τρίτο μέρος θὰ ἐξετάσουμε τὸ εἶδος τῆς ἐπίδρασης ποὺ δέχτηκαν ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴ Γλῶσσα οἱ διάφορες εὐρωπαϊκὲς γλῶσσες, ἐπίδραση ποὺ παίρνει τὴν μορφὴ δανεισμοῦ εἴτε Α.Ε. σχηματιστικῶν στοιχείων, προθημάτων, ἐπιθημάτων, π.χ. ΑΕ μικρὸ- > micro- (≠ macro-, mega(lo)-), π.χ. στὴν ἀγγλικὴ/ γαλλικὴ microbe, microphone, microclimate/ microclimat, microfilm, megalomaniac/ megalomane, ἀντὶ- > anti-, -ικός > -ic, εἴτε Κανόνων Κατασκευῆς Ὅρων. Τέλος θὰ κλείσουμε θέτοντας τὸ ἐρώτημα γιατὶ ἡ μοῖρα ἐπεφύλαξε τὴν τύχη αὐτὴ στὴν Α.Ε. γλῶσσα.
Ἀξίζει ἐδῶ νὰ σημειωθεῖ ὅτι θὰ ἀναφερθοῦμε γενικευτικὰ στὶς εὐρωπαϊκὲς γλῶσσες, χωρὶς νὰ ὑπεισέλθουμε στὶς διαφοροποιήσεις ποὺ παρατηροῦνται ἀνάμεσά τους ὡς πρὸς τὸ ποσοστὸ παρουσίας ὅρων ἑλληνικῆς ἀρχῆς. Γιὰ τὸ θέμα αὐτὸ βλ. Καλλέργης 2003.
Εἶναι γνωστὸ ὅτι ὁ Ξενοφῶν Ζολώτας στὶς 26 Σεπτεμβρίου 1957 ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδας ἐκφώνησε ἐνώπιον τοῦ ΔΝΤ ἕναν λόγο ποὺ προκάλεσε παγκόσμια αἴσθηση. Γιὰ ποιὸ λόγο; Ἡ δομὴ τοῦ λόγου του ἦταν ἀγγλική, ὅμως τὸ λεξιλόγιο προερχόταν ἀποκλειστικὰ ἀπὸ τὴν Α.Ε. Ὁ λόγος αὐτὸς ἀφ’ ἑνὸς ἀποδείκνυε ὅτι εἶναι δυνατὸ σὲ ἐπίπεδο ἀκαδημαϊκοῦ λόγου οἱ εὐρωπαϊκὲς γλῶσσες νὰ εἶναι ἀποτελεσματικὲς χρησιμοποιώντας λεξιλόγιο δανεισμένο ἀπὸ τὴν Α.Ε. καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἀποτέλεσε μία ἐνέργεια ποὺ ἀνέδειξε τὸν οὐσιαστικὸ ρόλο τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσας στὴ διαμόρφωση τῶν εὐρωπαϊκῶν γλωσσῶν.
Ἰδίως κατὰ τὴν Ἀναγέννηση οἱ γάλλοι, ἄγγλοι, γερμανοὶ λόγιοι, γιὰ νὰ ἀνταποκριθοῦν στὸν αὐξανόμενο ἀριθμὸ νέων ἐννοιῶν, προσέτρεξαν στὶς μεθόδους ποὺ χρησιμοποιοῦσαν οἱ Ἕλληνες γιὰ νὰ αὐξάνουν τὸ λεξιλόγιό τους. Ἔτσι ἡ δομὴ τῶν εὐρωπαϊκῶν γλωσσῶν μπολιάστηκε ὄχι μόνο μὲ νέα Α.Ε. στοιχεῖα ἀλλὰ καὶ μὲ νέους κανόνες ἀντίγραφα τῶν κανόνων Α.Ε. Οἱ λόγιοι αὐτοὶ ἦταν ἑλληνιστὲς ἢ συμβουλεύονταν ἑλληνιστές. Π.χ. τὸ ἀγγλ. ballistics/γαλλ. balistique «βαλλιστικὴ» ἀπὸ τὸ βάλλω.
Βέβαια ἡ ἐπαφὴ τῶν εὐρωπαϊκῶν γλωσσῶν καὶ ἰδίως τῶν ρομανικῶν δὲν ἄρχισε ἀπὸ τὴν Ἀναγέννηση. Προηγήθηκε ἡ σχέση τῆς λατινικῆς μὲ τὴν ἑλληνικὴ (δανεισμὸς λέξεων ἀλλὰ καὶ κατασκευαστικῶν στοιχείων).
Ὡστόσο, ἂν οἱ Ἀρχαῖοι Ἕλληνες εἶχαν δημιουργήσει τὶς λέξεις αὐτές, ὅλες δὲν θὰ εἶχαν τὴν μορφὴ αὐτή. Π.χ. ὁ γάλλος βιολόγος Sedillot ἔπλασε μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Pasteur (1878) τὴν γαλλ. λ. microbe «μικρόβιο» ἀπὸ τὰ Α.Ε. μικρός+βίος. Ὅμως μὲ τὸν ὅρο microbe ὁ Παστὲρ ἤθελε νὰ δηλώσει τὸν «μικρὸ ζωντανὸ ὀργανισμό», ἐνῶ στὰ ἑλληνικὰ ἡ λ. μικρόβιο σημαίνει «βραχύβιος ὀργανισμὸς» (Benveniste 1966). Ἐπίσης ὁ νέος ὅρος molysmologie, ποὺ ἀναφέρεται στὴν ἐπιστήμη τῶν πάσης φύσεως μολύνσεων, λ.χ. στὰ μεγάλα ἀστικὰ κέντρα ἀπὸ ὑπερβολικὸ φωτισμὸ τὸ βράδυ, ἂν εἶχε κατασκευαστεῖ πρῶτα ἀπὸ τοὺς Ἕλληνες, ἴσως ἡ ἐπιστήμη νὰ λεγόταν *molysmatologie/ μολυσματολογία. Ἀκόμη ὁ Lavoisier πλάθοντας τοὺς ὅρους oxygene > ὀξυγόνο καὶ hydrogene > ὑδρογόνο ἔκανε λάθος ἐπιλέγοντας τὸ στοιχεῖο -gène < -γενής «ποὺ γεννήθηκε» λ.χ. εὐγενής, ἀντὶ τοῦ ὀρθοῦ -γόνος «ποὺ παράγει».
1. Τί θεωρεῖται ἑλληνικό;
Ὅποια λέξη ἢ στοιχεῖο παρουσιάζεται ὡς ἀποτέλεσμα μεταγραφῆς μὲ τὸ λατινικὸ ἀλφάβητο, π.χ. Μ Ι Κ Ρ Ο Β Ι Ο -M I C R O B E
Ἀπὸ τὴν ἄποψη τῆς ἱστορικῆς γλωσσολογίας ἐδῶ ἐντάσσονται πολλὲς περιπτώσεις, ποὺ εἶναι γνωστὲς στὴν βιβλιογραφία. Διακρίνουμε τρεῖς περιπτώσεις: α) ἐμφάνιση νέας λ.μ. μὲ Α.Ε. στοιχεῖα, β) ἐμφάνιση νέας λ.μ. μὲ γηγενῆ στοιχεῖα ἡ κατασκευὴ τῆς ὁποίας ὀφείλεται σὲ δανεισμὸ ἀπὸ τὴν Α.Ε. (μεταφραστικὰ δάνεια) καὶ γ) ἐμφάνιση ὡς ἀποτέλεσμα δανεισμοῦ νέας σημασίας σὲ ἤδη ὑπάρχουσα λ.μ. Θὰ μᾶς ἀπασχολήσει μόνο ἡ πρώτη περίπτωση, ὅπου διακρίνουμε τρεῖς ὑποπεριπτώσεις:
Α) μία εὐρωπαϊκὴ γλῶσσα δανείζεται ἀπευθείας ἀπὸ τὴν Α.Ε. Πρόκειται γιὰ τὴν κατηγορία τῶν ἄμεσων δανείων μιᾶς γλώσσας ἀπὸ τὴν Α.Ε. π.χ. τὸ 14ο αἱ. ἡ γαλλικὴ καὶ ἡ ἀγγλικὴ δανείστηκαν ἀπὸ τὴν Α.Ε. τὸ οὐσιαστικὸ λοβὸς (ἀφτιοῦ) μὲ τὴν μορφὴ lobe, τὸν 16ο αἱ. ἡ γαλλικὴ δανείστηκε τὸ misogyne ἀπὸ τὸ Α.Ε. μισογύνης, τὸν 18ο αἱ. ἡ γαλλικὴ καὶ ἡ ἀγγλικὴ δανείστηκαν ἀπὸ τὴν Α.Ε. τὸ ἐπίθετο ἀχρώματος μὲ τὴν μορφὴ achromatique ἡ πρώτη καὶ achromatic ἡ δεύτερη, τὸν 18ο αἱ. ἡ γαλλικὴ δανείστηκε ἀπὸ τὴν Α.Ε. τὸ οὐσιαστικὸ ἐγκέφαλος μὲ τὴν μορφὴ encephale κτλ.
Β) Ἄλλη περίπτωση συνιστᾶ ὁ δανεισμὸς λέξης ποὺ μία εὐρωπαϊκὴ γλῶσσα δανείζεται ἀπὸ τὴν λατινική, ἡ ὁποία ὅμως τὴν εἶχε δανειστεῖ ἀπὸ τὴν Α.Ε., π.χ. τὸ γαλλ. bulbe προέρχεται ἀπὸ τὸ λατινικὸ bulbus, τὸ ὁποῖο προέρχεται ἀπὸ τὸ Α.Ε. βολβός, τὸ γαλλικὸ phalange προέρχεται ἀπὸ τὸ λατ. phalanx, τὸ ὁποῖο προέρχεται ἀπὸ τὸ Α.Ε. φάλαγξ, τὸ γαλλικὸ colosse καὶ τὸ ἀγγλ. colossus προέρχονται ἀπὸ τὸ λατ. colossus, τὸ ὁποῖο προέρχεται ἀπὸ τὸ Α.Ε. κολοσσός, τὸ γαλλικὸ zone προέρχεται ἀπὸ τὸ λατ. zona, τὸ ὁποῖο προέρχεται ἀπὸ τὸ Α.Ε. ζώνη. Πρόκειται γιὰ τὴν κατηγορία τῶν ἄμεσων δανείων μιᾶς γλώσσας ἀπὸ τὴν λατινική, ἡ ὁποία τὰ εἶχε δανειστεῖ ἀπὸ τὴν Α.Ε.
Γ) Ἄλλη περίπτωση συνιστᾶ ἡ κατασκευὴ λέξης ἀπὸ μία εὐρωπαϊκὴ γλῶσσα μὲ στοιχεῖα δάνεια ἀπὸ τὴν Α.Ε., π.χ. ἡ γαλλικὴ κατασκευάζει τὴν λέξη microbe «μικρόβιο» δανειζόμενη ἀπὸ τὴν Α.Ε. τὰ στοιχεῖα μικρός, βίος. Παρόμοια ἡ γαλλικὴ κατασκευάζει τὸ dynamometre καὶ ἡ ἀγγλική τὸ dynamometer «δυναμόμετρο» δανειζόμενες ἀπὸ τὴν Α.Ε. τὰ στοιχεῖα δύναμις, μετρῶ. Οἱ λ.μ. τῆς κατηγορίας αὐτῆς δὲν ἐμπίπτουν στὰ ἄμεσα δάνεια, παρὰ συνιστοῦν κατασκευασμένες λ.μ. τῆς γλώσσας στὴν ὁποία δημιουργήθηκαν.
Τὰ Α.Ε. στοιχεῖα, ἐπειδὴ ἐμφανίζονται μὲ παρόμοια μορφὴ καὶ ἴδια σημασία σὲ πολλὲς γλῶσσες, ἀπὸ ἐτυμολογικὴ ἄποψη ἀνήκουν στὴν κατηγορία τῶν διεθνισμῶν, π.χ. τηλέφωνο (Ἀναστασιάδη-Συμεωνίδη 1994: 38, Συμεωνίδης 2008). Ἐπίσης γιὰ τὸν ἴδιο λόγο ἀλλὰ κυρίως ἀπὸ τὴν ἄποψη τῆς διδακτικῆς καὶ τῆς ψυχογλωσσολογίας, ἀνήκουν στὴν κατηγορία τῶν διαγλωσσικῶν ὁμοτύπων (cognates), ποὺ ἀποτελοῦν βασικὴ στρατηγικὴ ποὺ διευκολύνει τὴν πρόσληψη ἐπιστημονικοῦ κειμένου καθὼς καὶ τὴν διδακτική τοῦ ἐπιστημονικοῦ λόγου καὶ τῆς ὁρολογίας (Κυριαζῆ-Παπακωνσταντίνου 2005).
Τέλος, τὰ ἀντιδάνεια εἶναι λ.μ. ποὺ διέθετε ἡ ἑλληνική, ἀλλά, ἀφοῦ ἀποτέλεσαν ἀντικείμενο δανεισμοῦ ἀπὸ μία ἢ περισσότερες γλῶσσες, ἐπιστρέφουν στὴν ἑλληνικὴ ἀλλαγμένες ὡς πρὸς τὴν μορφὴ καὶ τὴν σημασία, π.χ. κωνωπεῖον «κουνουπιέρα» > λατ. conopeum > ἀρχ. γαλλ. (12ος αἱ.) conope > γαλλ. canape > ΝΕ καναπές. Ἄλλα παραδείγματα: βαλανεῖον > λατ. balneum, balneum > ἰταλ. bagno > ΝΕ μπάνιο - παραβολὴ > λατ. parabola > ἱσπ. palavra, τούρκ. palavra > παλάβρα.
Δὲ θὰ ἀσχοληθοῦμε ἐδῶ μὲ τὸ φαινόμενο τῆς ἀλλαγῆς τῆς σημασίας μιᾶς λέξης, ἐνῶ διατηρεῖται ἡ μορφή της, π.χ. στὴν Α.Ε. πέτρα «βράχος, πέτρωμα», ἐνῶ στὴν ΝΕ πέτρα «λίθος», πβ. πετροπόλεμος «πόλεμος μὲ πέτρες» ἀλλὰ πετρολογία «μελέτη τῶν πετρωμάτων», ὅπου διασώζεται ἡ Α.Ε. σημασία (Ἀναστασιάδη-Συμεωνίδη 2005). Ἄλλα παραδείγματα: στὴν Α.Ε. ἐκκλησία «συνέλευση», ἐνῶ στὴν ΝΕ ἐκκλησία «τὸ σύνολο τῶν χριστιανῶν ἢ ὁ ναός», στὴν Α.Ε. συμπόσιον ποὺ δίνει στὴν ΝΕ συμπόσιο «συνεστίαση», ἀλλὰ στὴν ἀγγλ. symposium (18ος αἱ.) «συνέδριο», ποὺ τὸ δανείζεται ἀπὸ τὴν ἀγγλικὴ ἡ γαλλικὴ symposium «συνέδριο» καὶ ἡ ΝΕ συμπόσιο «συνέδριο» - ΑΕ βάρβαρος «ἀλλόγλωσσος» ἀλλὰ στὴν ΝΕ «ἀπολίτιστος»/ barbare – Α.Ε. καταστροφὴ «ἀνατροπὴ» στὴν ΝΕ καὶ στὶς ἄλλες εὐρωπαϊκὲς γλῶσσες «πολὺ μεγάλη φθορά», catastrophe – Α.Ε. ἔμφαση «παρουσίαση» στὴν ΝΕ καὶ στὶς ἄλλες εὐρωπαϊκὲς γλῶσσες «ἔντονος τρόπος ἔκφρασης»/ emphase. Ἡ διαχρονικὴ ἀλλαγὴ τῆς σημασίας, λ.χ. ἐκκλησία, ἢ ἡ πολυσημία, λ.χ. συμπόσιο, ἀποτελοῦν πηγὴ μεταφραστικῶν προβλημάτων, π.χ. κοσμικὴ συγκέντρωση «reunion mondaine», ἀλλὰ κοσμικὴ ἀκτινοβολία «radiation cosmique».
2. Ἀκαδημαϊκὸ καὶ ἐπιστημονικὸ λεξιλόγιο
Ἂν ἐξετάσουμε ἀπὸ θεματικὴ ἄποψη τὸ εἶδος τῶν λέξεων τῆς Α.Ε. ποὺ ὑπόκεινται στὸ δανεισμό, θὰ παρατηρήσουμε ὅτι πρόκειται γιὰ ὅρους ποὺ ἀνήκουν σ’ αὐτὸ ποὺ οἱ γλωσσολόγοι ὀνομάζουν ἀκαδημαϊκὸ καὶ ἐπιστημονικὸ λεξιλόγιο, δηλ. ποὺ δὲν ἀνήκουν στὸ γενικὸ λεξιλόγιο, τὸ ὁποῖο ἀποτελεῖται ἀπὸ λέξεις. Οἱ ὅροι αὐτοὶ προϋποθέτουν διδάσκοντα καὶ διδασκομένους καὶ συνδέονται μὲ σπουδὲς καὶ διδασκαλία, π.χ. Ἀκαδημία/ Academie, Λύκειο/ Lycee, βιβλιοθήκη/ bibliotheque.
Ἔτσι δὲν εἶναι τυχαῖο ποὺ τὰ ὀνόματα τῶν ἐπιστημῶν δηλώνονται μὲ ὅρους δανεισμένους ἀπὸ τὴν Α.Ε.: ἀγρονομία, ἀρχαιολογία, ἀρχιτεκτονική, ἀστρονομία, βιολογία, γεωγραφία, γεωλογία, γεωμετρία, ἐθνολογία, ἐπιστημολογία, ἠθική, θεολογία, ἱστορία, λογική, μαθηματικά, μηχανική, μουσική, οἰκονομία, οἰκολογία, πολιτική, ρητορική, τεχνολογία, τοπογραφία, φιλολογία, φιλοσοφία, φυσική, χημεία, ψυχολογία.
Τὸ δάνειο αὐτὸ λεξιλόγιο ἀπὸ τὴν Α.Ε. δὲν περιορίζεται στὴν δήλωση τῆς ὀνομασίας τῶν ἐπιστημῶν. Μέσα σὲ κάθε ἐπιστήμη ἡ ὁρολογία στηρίζεται σὲ ὅρους δάνειους ἀπὸ τὴν Α.Ε. Ἂς δοῦμε μερικὰ παραδείγματα ἐπιστημῶν.
1. Στὴν Ἰατρικὴ βασικοὶ ὅροι ποὺ ἀφοροῦν ὅλους τοὺς κλάδους της ἀνήκουν στὸ λεξιλόγιο αὐτό, π.χ. σύμπτωμα/ симптом, διάγνωση, θεραπεία, κλινικός, διαιτητικός, δόση, σύριγγα, ὑγιεινή, διαγνωστικός, πρόγνωση/prognosis. Ἐπίσης ἰατρικοὶ κλάδοι κατονομάζονται μὲ ὅρους δάνειους ἀπὸ τὴν Α.Ε., π.χ. αἱματολογία, ἀνατομία, γεροντολογία, γυναικολογία, δερματολογία, ἐνδοκρινολογία, καρδιολογία, ὀρθοπεδική, ρινολογία, φυσιολογία, χειρουργική, ψυχιατρική, ψυχοπαθολογία. Τὸ ἴδιο συμβαίνει μὲ τοὺς ὅρους ποὺ δηλώνουν ἀσθένειες καὶ συμπτώματα ἢ θεραπεῖες, π.χ. ἀβουλία, ἀδένωμα, αἱμορραγία, ἄσθμα, ἀσφυξία, ἀφασία, βρογχοπνευμονία, γαστρίτιδα, διάστρεμμα, δυσεντερία, δυσλεξία, ἔκζεμα, ἐλεφαντίαση, ἐξάρθρωση, ἐπιληψία, ἡμιπληγία, θρόμβωση, κάταγμα, κατατονία, κεφαλαλγία, κίρρωση, κυάνωση, κυστίτιδα, κῶμα, λευχαιμία, μεγαλομανία, μικρόβιο, νεύρωση, ὀστεομυελίτιδα, παράλυση, παράνοια, ρινορραγία, σαλπιγγίτιδα, σκολίωση, σπασμός, σπληνομεγαλία, σύμφυση, τέτανος, ὑπερτροφία, ὑπογλυκαιμία, φίμωση, φοβία, ψωρίαση - χημειοθεραπεία/chemotherapy.
Ἂν ὑπεισέλθουμε στὴν ὁρολογία ἑνὸς παραδοσιακοῦ κλάδου τῆς Ἰατρικῆς, λ.χ. τῆς Ἀνατομίας, θὰ συναντήσουμε πάμπολλους ὅρους δανεισμένους ἀπὸ τὴν Α.Ε., π.χ. ἀμυγδαλή, ἀορτή, ἀπόφυση, ἀρτηρία, γάγγλιο, γαμέτης, γλωττίδα, διάφραγμα, ἐγκέφαλος, ἐνδοκάρδιο, ἐπιδερμίδα, ζυγωματικός, ἡπατικός, θάλαμος, θυρεοειδής, θώρακας, ἴριδα, καρωτίδα, κόκκυξ, κόλον, κοτύλη, κύστη, λαβύρινθος, λάρυγγας, μασητήρ, μαστοειδής, μεμβράνη, μετακάρπιο, μετατάρσιο, μήνιγγα, μηνίσκος, νεῦρο, οἰσοφάγος, ὄργανα, πάγκρεας, παραθυρεοειδής, περικάρδιο, περιόστεο, περιτόναιο, περόνη, πόρος, προστάτης, πυλωρός, σκελετός, σπέρμα, σφιγκτήρας, τραχεία, τύμπανο, ὑπόφυση, φάλαγγα, φάρυγγας, χολή, ὠμοπλάτη.
Ἡ ὁρολογία αὐτὴ προφανῶς συνδέεται μὲ τὴν ὁρολογία τῆς Φαρμακευτικῆς, π.χ. ἀντίδοτο, τοξικὸ φάρμακο «δηλητήριο γιὰ βέλη».
2. Στὰ Μαθηματικά, στὴν Γεωμετρία καὶ στὴν Τριγωνομετρία: ἀριθμός, κέντρο, περιφέρεια, διάμετρος, βάση «Α.Ε. στήριγμα»/ base, χορδή, εὐθεία, συμμετρία/ симметрия, παράλληλος, θεώρημα, σχῆμα, διαιρῶ - ἡμιτόνιο, λογάριθμος. Ἐπίσης τὰ γεωμετρικὰ σχήματα δηλώνονται μὲ ὅρους δάνειους ἀπὸ τὴν Α.Ε.: κύκλος, ἔλλειψη, ἑξάγωνο, πολύγωνο, πολύεδρο, κῶνος, παραλληλεπίπεδο, κύλινδρος, σφαῖρα, ἡμισφαίριο, τραπέζιο, πυραμίδα, πρῖσμα, σκαληνός, ὑπερβολή.
3. Στὴν Φυσική: μικρόκοσμος, μακρόκοσμος, ἀτμόσφαιρα, κλίμα «στὴν Α.Ε. ὑποτιθέμενη κλίση τῆς Γῆς πρὸς τοὺς πόλους», ἐνέργεια, φαινόμενο, ἄτομο «ἄτομος= ἀδιαίρετος», θερμοδυναμική, ἀκουστική, ἠλεκτρισμός, μαγνητισμός, μηχανική.
4. Στὴν Ἀστρονομία: χάος, πλανήτης, κομήτης, ἀστεροειδής, γαλαξίας. Κατόπιν τούτου δὲν εἶναι τυχαῖο ποὺ οἱ ὀνομασίες ἀστέρων καὶ πλανητῶν δηλώνονται μὲ ὅρους ἀπὸ τὴν Α.Ε., π.χ. Παλλὰς «ἀστεροειδής», Πλειάδες, Ἀνδρομέδα, Ὠρίων, ἢ μὲ λατινικὴ ρίζα ποὺ ὅμως ἀναφέρεται σὲ θεὸ τῆς ἑλληνικῆς μυθολογίας, π.χ. Καλυψῶ, Κέρβερος, Χάρων, Ἴκαρος, Πρωτεύς. Παρόμοια ὁρισμένα ὀνόματα πλανητῶν τοῦ ἡλιακοῦ μας συστήματος, ὅπως Οὐρανὸς/Uranus, Πλούτων/Pluton.
Μὲ τὴν ἀνάπτυξη τῆς ἐπιστήμης τῆς Ἀεροναυτικῆς καὶ Διαστήματος τὸν 20ο αἱ. δὲν εἶναι τυχαῖο ποὺ ἡ NASA κατασκεύασε τὸν ὅρο astronaute ἀστροναύτης μὲ Α.Ε. στοιχεῖα ἀλλὰ καὶ ἡ πρώην Σοβιετικὴ Ἕνωση κατασκεύασε τὸν ὅρο κοσμοναύτης πάλι μὲ Α.Ε. στοιχεῖα. Καὶ ἀκόμη ἀξίζει νὰ ἀναφερθεῖ ὅτι στὶς ἀρχὲς τοῦ 20οῦ αἱ. (κατασκευὴ 1910, διάδοση 1927) ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴν NASA ἡ γαλλικὴ κατασκεύασε τὸν ὅρο astronautique «ἐξωγήινη πλοήγηση» καὶ τὸ 1928 τὸν ὅρο astronaute «ἀστροναύτης». Δηλ. παρατηροῦμε παράλληλη δημιουργία ὅρων σὲ 2 εὐρωπαϊκὲς γλῶσσες (γαλλικὴ καὶ ἀγγλικὴ) μὲ τὸ ἴδιο περιεχόμενο καὶ μὲ ἐπιλογὴ δύο ἴδιων Α.Ε. στοιχείων (ἄστρον – ναύτης) καὶ σὲ μιὰ τρίτη γλῶσσα (ρωσικὴ) δημιουργία ὅρου μὲ τὸ ἴδιο περιεχόμενο καὶ μὲ ἐπιλογὴ πάλι δύο Α.Ε. στοιχείων ἐκ τῶν ὁποίων τὸ ἕνα εἶναι τὸ ἴδιο (ναύτης) καὶ τὸ ἄλλο ἀνήκει στὸ ἴδιο θεματικὸ πεδίο (ἄστρον – κόσμος «σύμπαν»).
5. Βιολογία: ἔμβρυο, ἔνζυμο, ἐπιδερμίδα, κλῶνος, μεταβολισμός, μίτωση, ὄργανο, ὀργασμός, φυσιολογικὸς
Ὀνομασίες φυτῶν: ἀνεμώνη, ἀστήρ, γεράνιο, κρόκος, μαργαρίτα, νάρκισσος, ὀρχιδέα, παράσιτο, σπέρμα, χρυσάνθεμο
Ὀνομασίες ζώων: βάτραχος, γαστερόποδα, δελφίνι, ἐλέφας, ζῶο, κροκόδειλος, λεοπάρδαλη, πάνθηρ, πίθηκος, πύθων, ὕαινα.
6. Γεωγραφία: κλίμα, ὄαση, ὁρίζοντας, ὠκεανός.
7. Γεωλογία: ἐπίκεντρο, πέτρα, σεισμός.
8. Φιλοσοφία/Λογική: ἀξίωμα, διαλεκτική, διάλογος, δίλημμα, δόγμα, δογματισμός, ἐντελέχεια, ἐπικούρειος, ἑρμηνευτική, θέση-ἀντίθεση, θεωρία, ἰδέα, κριτική, κυνικός, μαιευτική, μέθοδος, οὐτοπία, περιπατητικός, πρόβλημα, σκεπτικός, στωικός, συλλογισμός, σύμβολο, σύστημα, φάντασμα, χαρακτήρας.
9. Φιλολογία: γράμμα, διάλεκτος, δισύλλαβος, δίφθογγος, ἔγκλιση, ἐπίθετο, ἐπιφώνημα, κατάληξη, ὄνομα, μονοσύλλαβος, ὀξύτονος, ὑπόταξη, χρόνος, φράση.
10. Ρητορική: ἀνακόλουθο, ἅπαξ (λεγόμενον)/ Hapax (legomenon), βραχυλογία/ brachylogie, εἰρωνεία/ ironie, αἴνιγμα/ enigme, ἐπίλογος/ epilogue, ἐπεισόδιο/ episode, ἐπίγραμμα/ epigramme, ἐπικὴ ποίηση/ poesie epique, εὐφημισμὸς/ euphemisme, ἡμιστίχιο/ hemistiche, λυρικὴ ποίηση/ poesie lyrique, μεταφορὰ/ metaphore, μετωνυμία/ metonymie, μῦθος/ mythe, μυθολογία/ mythologie, νεκρολογία/ necrologie, χρονικὸ/ chronique, ὑπερβολὴ/ hyperbole.
11. Ἀθλητισμός: Ὀλυμπιακοὶ ἀγῶνες, ἀγώνας, ἀθλητής, ἄθλος, γυμναστική, δισκοβόλος, πένταθλο, στάδιο.
12. Τέχνες: (Μοῦσες, μουσεῖο), αἰσθητική.
Ὅροι μουσικῆς: ἁρμονία, διαπασών, δίεση, ἐλεγεία, ἡμιτόνιο, κακοφωνία, κιθάρα, μελωδία, μουσική, πανδαιμόνιο, πεντάγραμμο, προσωδία, ρυθμός, συμφωνία, χορδή, ὠδή.
Ὅροι θεάτρου: διάλογος, δράμα, θέατρο, κωμωδία, μελόδραμα, μονόλογος, μυθολογία, μύθος, ὀρχήστρα, πρωταγωνιστῆς, σκηνή, τραγωδία, χορός, χορογραφία.
Ὅροι ζωγραφικῆς: εἰκόνα.
13. Ψυχολογία: ἐσωτερικὸς διάλογος, ἔκσταση - Ἀνθρώπινοι χαρακτήρες–ελαττώματα-ἀποκλίσεις: εἴρων-εἰρωνεία, κυνικὸς-κυνισμός, νεκρόφιλος-νεκροφιλία, παιδοφίλος-παιδοφιλία, ὑποκριτὴς-ὑποκρισία - ἐνθουσιασμός, ἐρωτισμὸς/ erotisme, μελαγχολία, ἀγοραφοβία.
14. Μυθικοὶ ἥρωες καὶ Μεγάλοι ἄνδρες (στρατηγοί, φιλόσοφοι, ἐπιστήμονες) ποὺ συνδέουν τὸ ὄνομά τους μὲ ἐξέχουσα ἰδιότητα, π.χ. Νάρκισσος (ναρκισσισμός), χίμαιρα/ chimere, μίτος τῆς Ἀριάδνης/ fil d’Ariane, Ἡράκλειες στῆλες/ colonnes d’Hercule, εὐκλείδεια γεωμετρία, Ἀχίλλεια πτέρνα/ talon d’Achille, κάδμιο/ cadmium, ταντάλιο/ tantale, νιόβιο/ niobium, σελήνιο/ selenium, δρακόντεια μέτρα/ mesures draconiennes, οἰδιπόδειο σύμπλεγμα/ complexe d’Œdipe, πλατωνικὸς ἔρωτας/ amour platonique, ἑρμαφρόδιτος/ hermaphrodite, λακωνικὸς/ laconique, μαυσωλεῖο/ mausolee/ mausoleum, μαίανδρος/ meandre, μέγαιρα/ megere, μολοσσὸς/ molosse «ράτσα σκύλου», μορφίνη/ morphine, πανικὸς/ panique/ panic, Πλειάδες/ Pleiades, ἠχὼ/ echo, Κέρβερος/Cerbere.
Παρόμοια καὶ ἐκφράσεις καὶ ρήσεις μεγάλων ἀνδρῶν μὲ τὴν μορφὴ ἄμεσων ἢ μεταφραστικῶν δανείων, π.χ. Εὕρηκα!, Γνώθι σεαυτόν, χρόνου φείδου, Μυθικοὶ τόποι, π.χ. Λαβύρινθος.
Ἀξίζει νὰ σημειωθεῖ ὅτι ἡ ἐπίδραση τῆς ἑλληνικῆς δὲν γίνεται μόνο μὲ γλωσσικὰ μέσα, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν μεταβίβαση μόνο τοῦ περιεχομένου, π.χ. ἐκφάνσεις τοῦ ἑλληνικοῦ κάλλους δηλώνονται μέσω μετάφρασης π.χ.: ἑλληνικὴ μύτη/ avoir le nez grec, ἑλληνικὸ πόδι/ avoir le pied grec.
15. Χριστιανικὴ θρησκεία καὶ θεσμοί, Θεολογία. Π.χ. Χριστός, ἄγγελος, ἀγγελικός, αἵρεση, ἀποκάλυψη, ἀποστολικός, βαπτίζω, δαίμων, διαβολικός, ἐξορκισμός, ἐρημίτης, εὐαγγέλιο, (θεία) εὐχαριστία, ζιζάνια, καθολικός, κατήχηση, κατηχούμενος, κοιμητήριο, λειτουργία, μάρτυρας, μυστήρια, νάρθηκας, ὀρθόδοξος, προσήλυτος, προφήτης, ψαλμός. Ἡ ἐπίδραση αὐτὴ τῆς ἑλληνικῆς στὶς δυτικοευρωπαϊκὲς ἀλλὰ καὶ στὶς σλαβικὲς γλῶσσες παίρνει τὴν μορφὴ εἴτε ἄμεσων δανείων, π.χ. ρωσ. теология < θεολογία, ρωσ. архиепископ < ἀρχιεπίσκοπος, βουλγ. Tanas < Θανάσης, εἴτε μεταφραστικῶν δανείων ἁπλῶν π.χ. βουλγ. Spas < ἑλλ. Σωτήρ, ἢ σύνθετων π.χ. βουλγ. Blagovest < ἑλλ. Εὐάγγελος. Κατὰ τὸν Συμεωνίδη (2001: 13) τὸ ὀνοματολογικὸ σύστημα τῆς βουλγαρικῆς ἔχει ἄμεση ἐξάρτηση ἀπὸ τὸ ἀντίστοιχο βυζαντινὸ καὶ νεοελληνικό, γιατὶ πέρα ἀπὸ τὰ βουλγαρικὰ ὀνόματα χριστιανικοῦ περιεχομένου ὑπάρχουν πολλὰ νεώτερα βουλγαρικὰ ὀνόματα ποὺ ἀντιγράφουν τὴν μορφὴ ἢ τὸ περιεχόμενο ἀντίστοιχων νεοελληνικῶν ὀνομάτων, π.χ. τὰ βαφτιστικὰ ποὺ συνδέονται μὲ ἔκθετα παιδιὰ λ.χ. Ἀγοραστὸς ἢ τὰ εὐχετικὰ βαφτιστικὰ λ.χ. Ζήσης. Ἡ βουλγαρικὴ ὀνοματοθεσία ἀντιγράφει σὲ πάμπολλες περιπτώσεις τὴν ἑλληνικὴ καὶ αὐτὸ ὀφείλεται μεταξὺ ἄλλων στὴν συστηματικὴ εἴσοδο τῶν ἑλληνικῶν ἀνθρωπωνυμίων στὴν ἀρχαία ἐκκλησιαστικὴ σλαβικὴ καὶ τὴν βουλγαρική.
Ὁ κατάλογος ποὺ προηγήθηκε σὲ καμία περίπτωση δὲν εἶναι ἐξαντλητικός. Εὔλογα τίθεται λοιπὸν τὸ ἐρώτημα πόσες εἶναι τελικὰ οἱ λέξεις Α.Ε. καταγωγῆς στὶς εὐρωπαϊκὲς γλῶσσες; Ἀσφαλῶς εἶναι πάρα πολλές, 30.000 γιὰ τὴν ρωσικὴ καὶ οὐκρανικὴ (Snigovska & Μαλαχίτης, 2011), 135.000 κατὰ τὸν Κωνσταντινίδη (2001). Ὡστόσο, θεωροῦμε ὅτι τὸ ἐρώτημα δὲν μπορεῖ νὰ ἀπαντηθεῖ μὲ ἐπιστημονικὴ ἀκρίβεια γιὰ τοὺς ἑξῆς λόγους:
1) Τὸ λεξιλόγιο κάθε ζωντανῆς γλώσσας ἀποτελεῖται ἀπὸ μονάδες σὲ ἀπροσδιόριστο ἀριθμό. Οἱ μονάδες αὐτὲς βρίσκονται σὲ συνεχῆ ἐξέλιξη. Κάθε μέρα δημιουργοῦνται νέες λέξεις, ἄλλες ἐφήμερες καὶ ἄλλες μὲ προοπτικὴ ἐγκατάστασης στὴν γλῶσσα. Οἱ ὅροι ποὺ δημιουργοῦνται στὸ πλαίσιο ἐπιστημονικῆς ὁρολογίας προέρχονται ἀπὸ τὰ ἀστείρευτα ἀποθέματα τῆς Α.Ε.
2) Οἱ εὐρωπαϊκὲς γλῶσσες δὲ δανείζονται μόνο λέξεις ἀλλὰ καὶ στοιχεῖα, συνεπῶς ὑπάρχει μία δυναμικὴ διαδικασία ποὺ δὲν ἐπιτρέπει τὴν καταμέτρηση τῶν μονάδων. Π.χ. στὴν ὁρολογία τῆς νέας ἐπιστήμης τοῦ 20οῦ αἱ., τῆς Φυσικῆς Στοιχειωδῶν Σωματιδίων, συναντοῦμε ὅρους ποὺ κατασκευάστηκαν σὲ ξένες γλῶσσες μὲ Α.Ε. στοιχεῖα, π.χ. hadron «ἁδρόνιο» < Α.Ε. ἁδρός, lepton «λεπτόνιο» < Α.Ε. λεπτός, meson «μεσόνιο» < Α.Ε. μέσος (ἀνάμεσα). Παρόμοια στὴν ὁρολογία τῆς αἰσθητικῆς: mesotherapy ‘μεσοθεραπεία’ < ΑΕ μέσα - θεραπεία. Ἐδῶ ἐντάσσουμε καὶ τὸν δανεισμὸ ἀπὸ τὶς εὐρωπαϊκὲς γλῶσσες προθημάτων καὶ ἐπιθημάτων τῆς Α.Ε., π.χ. αντί-, -ικὸς (βλ. ἀμέσως παρακάτω).
Τέλος θὰ ἦταν καλὸ νὰ καταγραφοῦν σὲ ἕνα ἠλεκτρονικὸ λεξικὸ τὰ Α.Ε. στοιχεῖα, τὸ καθένα συνοδευμένο μὲ ποικίλες πληροφορίες ὅπως μορφή, σημασία, τομέας τοῦ ἐπιστητοῦ, γλῶσσες στὶς ὁποῖες ἐμφανίζεται, λ.μ. στὶς ὁποῖες μετέχει κτλ. (βλ. καὶ Alexianu & Curca 2003).
3. Ἐπίδραση τῆς Α.Ε. στὸ σύστημα τῶν εὐρωπαϊκῶν γλωσσῶν
Εἴδαμε ἕως τώρα ὅτι οἱ εὐρωπαϊκὲς γλῶσσες δανείζονται ἀπὸ τὴν Α.Ε. ὅρους σὲ μεγάλο φάσμα ἐπιστημῶν. Ὁ δανεισμὸς ὅμως δὲν περιορίζεται σὲ ὁρολογικὸ δανεισμό, ἀλλὰ ἀφορᾶ καὶ δανεισμὸ ὑπολεξικῶν τεμαχίων. Τὰ τεμάχια αὐτὰ μπορεῖ νὰ πάρουν τὴν μορφὴ
Α) σχηματιστικῶν στοιχείων ποὺ ἀποτελοῦν σημασιολογικὸ-ἐτυμολογικὸ ζεῦγος μὲ ἄλλη λέξη σὲ ἐπίπεδο ἰνδοευρωπαϊκής (βλ. καὶ Παντελοδῆμος 1999), π.χ. ὁ Α.Ε. ὅρος κύκλος ἀποδίδεται ὡς circle/ cercle, ἀλλὰ συνυπάρχει τὸ στοιχεῖο cycl(o)-, λ.χ. στὰ hemicycle/ hemicycle, cyclotron,
Β) προθημάτων, π.χ. Α.Ε. ἀντὶ- > anti- λ.χ. antiatomique, καὶ ἐπιθημάτων, λ.χ. Α.Ε. –ειδ(ης) ( -oïde, π.χ. sigmoïde «σιγμοειδής»,
Τέλος οἱ δυτικοευρωπαϊκὲς γλῶσσες δανείζονται καὶ Κανόνες Κατασκευῆς Ὅρων.
3.1 Ἀρχαιοελληνικὰ σχηματιστικὰ στοιχεῖα σὲ σημασιολογικὰ-ἐτυμολογικὰ ζεύγη
Ἡ ἀγγλικὴ καὶ γαλλική, ἐνῶ γιὰ τὸ ρ. ἀκούω διαθέτουν τὰ ρ. hear/ ecouter, προκειμένου γιὰ τὸ οὐσιαστικοποιημένο ἐπίθετο ἀκουστικὴ χρησιμοποιοῦν τοὺς ὅρους acoustics/ acoustique. Παρόμοια γιὰ τὴν λ. ἄνθρωπος διαθέτουν τὶς λ. human being/ homme ἀλλὰ γιὰ τοὺς ὅρους ἀνθρωπολογία καὶ ἀνθρωπομορφικὸς χρησιμοποιοῦν τοὺς ὅρους anthropology/ anthropologie, anthropomorphic/ anthropomorphique/ антропоморфный. Ἐπίσης ἡ λ. βιβλίο ἀντιστοιχεῖ στὰ book/ livre, ἀλλὰ ὁ ὅρος βιβλιόφιλος ἀποδίδεται μὲ τὸν ὅρο bibliophile καὶ τὸ βιβλιοθήκη μὲ τὸ bibliotheque. Ἡ λ. γῆ ἀποδίδεται μὲ τὰ earth/ terre, ἀλλὰ ὁ ὅρος γεωμετρία ἀποδίδεται μὲ τὰ geometry/ geometrie. Ἀκόμη ὁ ὅρος γωνία ἀποδίδεται μὲ τὰ corner/ angle, ἀλλὰ ὁ ὅρος πολύγωνο μὲ τὰ polygon/ polygone. Παρόμοια ἡ λ. δύναμη ἀντιστοιχεῖ στὰ force/ force, puissance, ἀλλὰ ἡ λ. δυναμισμὸς ἀντιστοιχεῖ στὸ dynamisme. Τὸ βίος ἀποδίδεται μὲ τὰ life/vie, ἀλλὰ στὴν γαλλικὴ ὑπάρχουν ὅροι ποὺ περιέχουν τὸ βίο- ὅπως biographie «βιογραφία», antibiotique «ἀντιβιοτικό», biologie «βιολογία», biotope «βιότοπος», symbiose «συμβίωση», biodegradable «βιοδιασπώμενος». Ἐπίσης γιὰ τὴν λ. καρδιὰ ὑπάρχουν τὰ heart/ coeur, ἀλλὰ τὸ καρδιακὸς ἀποδίδεται ὡς cardiac/ cardiaque, καὶ ὑπάρχουν ἐπιπρόσθετά τα myocarde «μυοκάρδιο» καὶ pericarde «περικάρδιο». Ἐνῶ γιὰ τὴν λ. κύκλος ὑπάρχουν τὰ circle/ cercle, τὸ στοιχεῖο κυκλ(ο)- > cycl(o)- ἐμφανίζεται στὰ σύνθετα ὅπως hemicycle, cyclotron, bicyclette, motocyclette, cyclothymie. Ἐνδιαφέρουσα εἶναι ἡ περίπτωση μὲ τὸν ὅρο κύτταρο cell/ cellule, ἀλλὰ οἱ γλῶσσες αὐτὲς διαθέτουν τοὺς ὅρους cytoplasm/ cytoplasme «κυτταρόπλασμα», cytotoxine/ cytotoxin «κυτοτοξίνη», phagocyte «φαγοκύτταρο». Ἀκόμη γιὰ τὴν λ. μορφὴ ὑπάρχουν οἱ λ. form/ forme, ἀλλὰ πολύμορφος «polymorphous/ polymorphe». Ὁ ὅρος ὄγκος ἀποδίδεται ὡς volume, ἀλλὰ ὀγκολογία «oncology». Ὁ ὅρος οἶκος ἀποδίδεται ὡς home/ maison, ἀλλὰ ὁ ὅρος οἰκονομία «economy/ economie». Ἡ λ. ὄνειρο ἀποδίδεται ὡς dream/ reve, ἀλλὰ ὀνειρικὸς «onirique/ onirico» (ἰταλ.). Ὁ ὅρος ὄνομα ἀποδίδεται στὴν ἀγγλικὴ noun ἢ name καὶ στὴν γαλλικὴ ὡς nom, ἀλλὰ ἀνθρωπωνύμιο «anthroponyme», πατρώνυμο «patronyme», συνώνυμο «synonyme», ὁμώνυμο «homonyme», τοπωνύμιο «toponyme», ψευδώνυμο «pseudonyme». Ἡ λ. φτερὸ ἀποδίδεται ὡς wing/ aile, ἀλλὰ πτεροδάκτυλος «pterodactyl/pterodactyle». Ἡ λ. φῶς ἀποδίδεται ὡς light/ lumiere, ἀλλὰ photosynthese «φωτοσύνθεση», photographie «φωτογραφία», photocopie «φωτοτυπία». Ἡ λ. πράξη ἀποδίδεται ὡς action/ action, ἀλλὰ τὸ ἐπίθετο πρακτικὸς ἀποδίδεται ὡς practical/ pratique. Τέλος ἡ λ. χρόνος ἀποδίδεται μὲ τὰ time/ temps, ἀλλὰ χρόνιος «chronic/chronique».
3.2 Ἀρχαιοελληνικὰ σχηματιστικὰ στοιχεῖα, προθήματα, ἐπιθήματα
Παρατίθενται σχηματιστικὰ στοιχεῖα ἀπὸ τὴν Α.Ε. σὲ πρώτη ἢ δεύτερη θέση συνθέτου: μικρὸ- > micro- (≠ macro-, mega(lo)-), π.χ. microbe, microphone, microclimat, microfilm, -γενης > -gene «ποὺ παράγεται», π.χ. allogene, homogene, exogene, photogenique, -γόνος > -gene «ποὺ παράγει», π.χ. anxiogene, cryogene, -λόγος, -λογία, π.χ. politologue/ πολιτειολόγος, speleologue/ σπηλαιολόγος, morphologie/ μορφολογία, graphologie/ γραφολογία, geologie, zoologie, astrologie, etiologie, theologie, -γραφος, -γραφία, π.χ. telegraphe/ τηλέγραφος, radiographie, typographie, biographie, hagiographie, pornographie, cosmographie, ethnographie, geographie, demographie, scenographie, stenographie, paleographie.
Εἰδικὴ κατηγορία ἀποτελοῦν τὰ ἀριθμητικὰ Α.Ε. προέλευσης ποὺ μετέχουν στὴν δημιουργία συνθέτων, π.χ. μονο- > mon(o)-, λ.χ. monarchie, monotheisme, πρωτο- > prot(o)-, π.χ. protozoaire, proteine, δι- > di-, π.χ. diptere, diptyque, τρι- > tri-, π.χ. trilogie, tricycle, τετρα- > tetr(a)- : tetradactyle.
Οἱ εὐρωπαϊκὲς γλῶσσες περιέχουν πολλὰ προθήματα Α.Ε. καταγωγῆς. Στοὺς ρωσικοὺς / οὐκρανικοὺς ὅρους ἐμφανίζονται γύρω στὰ 20 προθήματα ἀπὸ τὴν ΑΕ (Snigovska & Μαλαχίτης, 2011) : α-/αν-, αμφι-, ανα-, αντι-, απο-, αρχι-, δια-, δυσ-, εκ-, εν-, επι-, κατα-, μετα-, παρά-, περί-, προ-, σὺν-/σύμ-, ὑπό-, ὑπὲρ- κ.ἄ. Π.χ. τὸ στερητικὸ πρόθημα α(ν)- τῆς Α.Ε. > λατ. a(n)- > εὐρωπαϊκὲς γλῶσσες λ.χ. γαλλ. anonyme «ἀνώνυμος», ἀχρώματος δίνει στὶς εὐρωπαϊκὲς γλῶσσες π.χ. στὴν γαλλική τὸν 18ο αἱ. achromatique / ἀγγλ. achromatic. Ἀπὸ τὸν 18ο αἱ. τὸ πρόθημα αὐτὸ σχηματίζει ἀπευθείας γαλλικὲς λέξεις π.χ. amoral (ἀγγλ. amoral), apolitique (ἀγγλ. apolitical), analphabete, anachronisme, anaerobie «ἀναερόβιος», anesthesie, analgesie, anarchie, acephale, asepsie, atheisme, amnesie.
Τὸ πρόθημα ἀντὶ- > anti-, π.χ. antiaerien, antiatomique, antipodes, anticyclone, анти+циклон «ἀντικυκλώνας», anticorps/ антитела, τὸ πρόθημα αυτο- > auto-, π.χ. autarcie, autochtone, autographe, autonome, autopsie, automate, autisme, αὐτοκίνητο, τὸ πρόθημα δυσ- > dys-, π.χ. dyslexie/ dyslexia, dyspepsie/ dyspepsia, dysharmonie, dysenterie/ dysentery, τὸ πρόθημα μετα- > meta-, π.χ. metaphysique, metabolisme, metalangage, παν- > pan-, π.χ. panoplie, pantheon, pangermanisme, πολὺ > poly- (≠ oligo-/mono-), π.χ. polygamie, polygone, polyglotte, polygame, monogame, τὸ πρόθημα συν- > sy(n)-/sym-/syl-, π.χ. syndrome, symbiose, τὸ πρόθημα τηλε- > tele- «μακριά», π.χ. telegramme, telecommunications, telephone, television, telepathie, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴ σημασία «τηλεόραση», π.χ. telefilm, telespectateur, τὸ πρόθημα ὑπὲρ- > hyper (≠ hypo-), π.χ. hypernerveux, hypertension.
Οἱ εὐρωπαϊκὲς γλῶσσες περιέχουν ἐπίσης πολλὰ ἐπιθήματα Α.Ε. καταγωγῆς, π.χ. τὸ ἐπίθημα-ικός, π.χ. ἠλεκτρονικὸς/ electronique, νευρασθενικὸς/ neurasthenique, πολιτικὸς/ politique, τὸ ἐπίθημα -ια, π.χ. φιλοσοφία/ philosophia/ philosophy/ philosophie.
Ἐνδιαφέρον παρουσιάζει τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Α.Ε. συμβάλλει ἀποφασιστικὰ στὴν δημιουργία ἐπιστημονικῶν ἐπιθημάτων στὸ πλαίσιο συγκεκριμένης ἐπιστήμης, π.χ. στὴν Ἰατρικὴ τὸ ἐπίθημα -ιτις/-ιτιδα «φλεγμονή» , π.χ. ἀρθρίτιδα, γαστρίτιδα, κυστίτιδα, νεφρίτιδα, πολιομυελίτιδα, τὸ ἐπίθημα -ὠμὰ «ὄγκος», π.χ. αἱμάτωμα, καρκίνωμα, μελάνωμα, σάρκωμα. Στὴν Χημεία ἐντοπίσαμε τὸ ἐπίθημα -ον «εὐγενὲς ἀέριο», π.χ. ἀργόν, κρυπτόν. Στὴν Φυσικὴ στοιχειωδῶν σωματιδίων ἐντοπίσαμε τὸ ἐπίθημα –όνιο «στοιχειῶδες σωματίδιο», π.χ. ἁδρόνιο, βαρυόνιο, δευτερόνιο, ἠλεκτρόνιο, καόνιο, λεπτόνιο, μεσόνιο, μιόνιο, μποζόνιο, νετρόνιο/οὐδετερόνιο, πιόνιο, πρωτόνιο, στρατόνιο, ὑπερόνιο, φερμιόνιο, φωτόνιο. Παρόμοια στὴν Γλωσσολογία ἐντοπίσαμε τὸ ἐπίθημα -ημα «μονάδα τοῦ ἀφηρημένου ἐπιπέδου τῆς γλώσσας», π.χ. φώνημα, μόρφημα, λέξημα.
Στὸ σημεῖο αὐτὸ ἀξίζει νὰ ἀναφερθεῖ μὲ κάθε συντομία ἡ ἐνδιαφέρουσα ἱστορία τοῦ ἐπιθήματος -ισμός λ.χ. στὸ κυβισμὸς (Ἀναστασιάδη & Γαλανὴ 1995): ἡ Α.Ε. δάνεισε στὴν λατινικὴ μεταρηματικὰ οὐσιαστικὰ παράγωγα μὲ τὸ ἐπίθημα -μος πολλὰ ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἦταν παράγωγα ἀπὸ ρῆμα σὲ -ιζω, λ.χ. φωτίζω ( φωτισ-μός. Μὲ ἐπανανάλυση καὶ συνεπακόλουθη ἀλλαγὴ τῶν ὁρίων τῶν μορφημάτων στὴν λατινικὴ δημιουργεῖται τὸ ἐπίθημα -ισμός, τὸ ὁποῖο στὴν συνέχεια τὸ δανείζονται οἱ εὐρωπαϊκὲς γλῶσσες ἀπὸ τὶς ὁποῖες τὸ δανείζεται ἡ ἑλληνικὴ ὡς μετονοματικὸ πλέον ἐπίθημα, δηλ. ἐπίθημα κατασκευῆς οὐσιαστικῶν ἀπὸ βάση οὐσιαστικὸ ἢ ἐπίθετο, π.χ. κυβισμός, ἐθνικισμός.
3.3 Κανόνες Κατασκευῆς Ὅρων
Κατὰ τὴν ἄποψή μας ὁ δανεισμὸς τοῦ τύπου αὐτοῦ εἶναι πιὸ σημαντικὸς ἀπὸ τὸ ὁρολογικὸ δανεισμό, γιατί ἀφενὸς εἶναι περισσότερο δυναμικὸς καὶ ἀφετέρου μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα ἐπηρεάζει τὸ σύστημα κατασκευῆς ὅρων τῆς ἀποδέκτριας γλώσσας, ἡ ὁποία υἱοθετεῖ παράλληλα μὲ τοὺς κανόνες ποὺ διαθέτει καὶ τὸν μηχανισμὸ κατασκευῆς ὅρων τῆς Α.Ε., δηλ. τοὺς Α.Ε. Κανόνες Κατασκευῆς Ὅρων (βλ. καὶ Darmesteter 1967), προκειμένου νὰ κατονομάσει νέες ἔννοιες, ποὺ ἦταν ἄγνωστες στοὺς Ἕλληνες. Οἱ ὅροι αὐτοὶ ἔχουν λόγιο χαρακτήρα καὶ παίρνουν τὴν μορφὴ προθηματοποιημένων, ἐπιθηματοποιημένων καὶ σύνθετων μονολεκτικῶν ὅρων. π.χ. ἡ γαλλικὴ δανείζεται ἀπὸ τὴν Α.Ε. προθηματοποιημένα μὲ τὸ πρόθημα ἐπι- ὅπως ἐπένθεσις > épenthèse, ἐφήμερος > éphémère, καὶ κατασκευάζει τὰ epigenese > ΝΕ ἐπιγένεση, epizootie > ἐπιζωοτία. Παρόμοια στὴ σύνθεση πάνω στὰ ἄμεσα δάνεια ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ γεωγραφία > geographie, κοσμογραφία > cosmographie, κατασκευάζεται ἀπὸ τὶς λέξεις φῶς, γραφὴ τὸ photographie > ΝΕ φωτογραφία, ἀπὸ τὰ τῦπος, γραφὴ τὸ typographie > τυπογραφία. Παρόμοια πάνω στὰ ἄμεσα δάνεια τῆς γαλλικῆς ἀπὸ τὴν Α.Ε. αἰτιολογία > etiologie, γενεαλογία > genealogie, κατασκευάζεται στὴν γαλλικὴ ὁ ὅρος technologie > ΝΕ τεχνολογία. Ἐδῶ ἀξίζει νὰ γίνει ἀναφορὰ στὴ θέση τῶν συνθετικῶν, τὰ ὁποῖα διατηροῦν τὴν Α.Ε. σειρά, καὶ ἰδίως στὸ συνθετικὸ φωνῆεν. Ἔχει ἐπισημανθεῖ ὅτι τὰ προϊόντα τῶν νεοκλασικῶν συνθέτων Α.Ε. προέλευσης φέρουν γενικὰ τὸ συνθετικὸ φωνῆεν -o-, ἐνῶ τὰ λατινικῆς προέλευσης φέρουν τὸ συνθετικὸ φωνῆεν -i-, π.χ. fratricide, insecticide (Darmesteter 1967: 236).
Ὡστόσο ἡ ἐπίδραση αὐτὴ δὲν περιορίζεται στὰ μονολεκτικὰ σύνθετα καὶ παράγωγα, ἀλλὰ ἀφορᾶ καὶ τὶς δομὲς κατασκευῆς πολυλεκτικῶν συνθέτων μὲ τὴν μορφὴ Ἐπιθετο+Ουσιαστικὸ σύμφωνα μὲ τοὺς συντακτικοὺς καὶ μορφολογικοὺς κανόνες τῆς Α.Ε, π.χ. electronic mail/ e-mail, электронная почта «ἠλεκτρονικὸ ταχυδρομεῖο», gravitational field «βαρυτικὸ πεδίο» . Ἔτσι οἱ Εὐρωπαῖοι ἀντλώντας στοιχεῖα ἀπὸ τὴν Α.Ε. καὶ συνδυάζοντάς τα ἔχουν ἀνεξάντλητες δυνατότητες κατασκευῆς ὅρων. Δηλ. εἴτε πρόκειται γιὰ μονολεκτικοὺς ὅρους εἴτε γιὰ πολυλεκτικοὺς ἐφαρμόζεται ὁ ἀναλογικὸς κανόνας, ὅπου γλῶσσα πηγὴ εἶναι ἡ Α.Ε. καὶ γλῶσσα στόχος μία εὐρωπαϊκὴ γλῶσσα.
4. Γιατί ἡ Α.Ε. ἀνέλαβε τὸν ρόλο αὐτό;
Προτείνουμε δύο εἴδη λόγων, γλωσσικοὺς καὶ ἐξωγλωσσικούς.
Α) Γλωσσικοὶ λόγοι
Ἡ Α.Ε. διαθέτει πλούσιο λεξιλόγιο, γιατὶ τὴν καλλιέργησαν ἐντατικὰ οἱ ὁμιλητές της σὲ ὅλες τὶς πτυχές της (ἐπιστῆμες, τέχνες κτλ.). Τὴν ἐποχὴ τῆς Ἀναγέννησης καὶ τοὺς ἑπόμενους αἰῶνες ἡ Α.Ε. ἦταν πιὸ πλούσια σὲ σχέση μὲ τὶς εὐρωπαϊκὲς γλῶσσες, οἱ ὁποῖες εἶχαν ξεκινήσει τὴν αὐτόνομη ζωή τους μόλις πρὶν λίγους αἰῶνες. Ὅμως σήμερα δὲν εἶναι ἡ μόνη πλούσια γλῶσσα. Ἐπίσης ἡ ἑλληνικὴ εἶχε πολλὲς δυνατότητες κατασκευῆς λέξεων μέσω τῆς παραγωγῆς καὶ τῆς σύνθεσης, μέσω δηλ. διαδικασιῶν ποὺ τῆς ἐπιτρέπουν νὰ συνενώνει στοιχεῖα σὲ ἕνα νέο σύνολο. Εἰδικότερα διαθέτει πολλὰ τέτοια στοιχεῖα, πάνω ἀπὸ 100 ὑπολογίζονται μόνο τὰ προθήματα καὶ ἐπιθήματα, δηλ. βασικὰ δομικὰ στοιχεῖα, ὅπως τὰ αντί-, μετά-, -ικός, -ινός. Ὅμως ἡ ἑλληνικὴ δὲν εἶναι ἡ μόνη εὐρωπαϊκὴ γλῶσσα ποὺ διαθέτει τέτοια στοιχεῖα. Ἀκόμη (βλ. καὶ Nybakken 1959 ἀπὸ Γιαννουλοπούλου 2001: 24) οἱ εὐρωπαῖοι λόγιοι ἐπὶ αἰῶνες χρησιμοποιοῦσαν μεταξύ τους τὶς κλασικὲς γλῶσσες, τὴν Α.Ε. καὶ τὴν λατινική, ὡς γλῶσσες συνεννόησης στὸ ἐπιστημονικὸ ἐπίπεδο. Ὅμως ἡ ἑλληνικὴ σήμερα δὲν εἶναι γλῶσσα συνεννόησης. Ἀξίζει ἐπίσης νὰ σημειωθεῖ ὅτι οἱ ὅροι τῶν κλασικῶν γλωσσῶν ἀνήκουν στὸ λεξιλόγιο περιωπῆς τῶν εὐρωπαϊκῶν γλωσσῶν, ποὺ συνταιριάζεται μὲ τὸν ἐπιστημονικὸ λόγο. Ὅμως ὅλοι αὐτοὶ οἱ λόγοι δὲν ἐπαρκοῦν γιὰ νὰ ἑρμηνεύσουν τὸν δανεισμὸ τῶν Α.Ε. στοιχείων ἀπὸ τὶς εὐρωπαϊκὲς γλῶσσες. Γι’ αὐτὸ προτείνουμε καὶ ἐξωγλωσσικοὺς λόγους.
Β) Ἐξωγλωσσικοὶ λόγοι
Ἡ ἑλληνικὴ μιλήθηκε ἀπὸ ἀνθρώπους ποὺ διερεύνησαν τὸν κόσμο ποὺ τοὺς περιέβαλλε ἀλλὰ καὶ τὸν ἄνθρωπο, τὸ σῶμα καὶ τὴν ψυχή του, προσπαθώντας ὄχι μόνο νὰ παρατηρήσουν συστηματικὰ καὶ νὰ περιγράψουν ἀλλὰ καὶ νὰ ἑρμηνεύσουν τὰ φαινόμενα, τὴν οὐσία καὶ τὴν δομὴ τῶν πραγμάτων, ἀφήνοντας κατὰ μέρος παλαιὲς δοξασίες καὶ θρύλους. Προσπάθησαν νὰ κατανοήσουν καὶ νὰ ἑρμηνεύσουν τὸν κόσμο μὲ ἐπιστημονικὸ τρόπο ἐρευνώντας μὲ πάθος τὴν ἀλήθεια καὶ μὲ ἀναγωγὴ ἀπὸ τὸ συγκεκριμένο καὶ πολυποίκιλο στὸ ἀφηρημένο καὶ γενικευτικό, στὸ πρότυπο/ μοντέλο. Ἡ προηγμένη γιὰ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη τεχνολογία ποὺ ἀνέπτυξαν ἀπὸ τὴν μία ἦταν τὸ ἀποτέλεσμα ἐφαρμογῆς τῶν θεωρητικῶν γνώσεων ποὺ εἶχαν κατακτήσει καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη βρισκόταν σὲ ἀπόλυτη σύνδεση μὲ τὴν καθημερινότητά τους, ποὺ διευκολυνόταν μὲ τὶς ποικίλες τεχνολογικὲς καινοτομίες, ὅπως ἀναπτύσσει ὁ καθ. καὶ ἀκαδημαϊκὸς Θεοδόσης Τάσιος στὸ πλούσιο ἔργο του. π.χ. τὸ εὐπαλίνειο ὄρυγμα στὴν Σάμο τοῦ 6ου π.Χ. αἱ., δηλ. μία σήραγγα ὑδραγωγείου 1000 μέτρων, ἀποτελεῖ ἐφαρμογὴ τῶν γνώσεων θεωρητικῆς Γεωμετρίας. Τὰ ἐγγειοβελτιωτικὰ ἔργα τῶν Μηκυναίων, ἡ ἐκτροπὴ ποταμῶν, τὰ ἀποστραγγιστικὰ ἔργα, τὰ ὑδραγωγεῖα, τὸ ὑδραυλικὸ ὡρολόγιο τοῦ Ἀρχιμήδη, τὸ ὑδραυλικὸ ὡρολόγιο τύπου κλεψύδρας τοῦ Κτησιβίου, ἡ ἀντλία τοῦ Κτησιβίου μαρτυροῦν ἀφενὸς ἄριστες γνώσεις ὑδραυλικῆς καὶ ἀφετέρου πίστη στὸ ὅτι ἡ τεχνολογία πρέπει νὰ ὑπηρετεῖ τὴν γεωργία καὶ τὶς ἀνθρώπινες ἀνάγκες. Ἡ ἀνάπτυξη τῆς ἀστρονομίας καὶ τῆς ναυσιπλοΐας ἀλλὰ καὶ τὰ θέματα ναυπηγικῆς, λιμενικῶν ἔργων καὶ χερσαίων μεταφορῶν συνδέονταν ἄμεσα μὲ τὸ ἐμπόριο καὶ γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ ὑπῆρξαν πολλὲς καινοτομίες, ὅπως τὰ ἀνυψωτικὰ μηχανήματα (γερανοί), οἱ γέφυρες, ὁ Δίολκος, ἡ πεντηκόντορος κ.ἄ. Ἀπὸ τὸν κατάλογο αὐτῶν τῶν καινοτομιῶν φυσικὰ δὲν μποροῦσε νὰ ἀπουσιάζει ἡ ἀνάπτυξη τῆς ἀμυντικῆς τεχνολογίας, τῆς τεχνολογίας στὶς ἐπικοινωνίες μὲ τὶς φρυκτωρίες, ἡ ἀνάπτυξη τῆς τεχνολογίας στὸ χῶρο τῆς ὑγείας λ.χ. μὲ τὶς μηχανὲς γιὰ ὀρθοπεδικὰ ζητήματα ὅπως γιὰ τὴ διάταση τῆς σπονδυλικῆς στήλης ἢ τὴν ἀνάταξη τῶν καταγμάτων, ἀλλὰ καὶ ἡ ἀνάπτυξη τῆς τεχνολογίας ἀπὸ γνωσιακὲς ἀνάγκες ὅπως ἡ κατασκευὴ διαφόρων ὀργάνων μέτρησης, λ.χ. τὸ ὁδόμετρο τοῦ Ἤρωνος (Heron’s Hodometer), ποὺ κατέγραφε σὲ μονάδες μήκους τὴν διανυθεῖσα ἀπόσταση (record the distance covered in units of length), μὲ κορύφωση τὸν μηχανισμὸ τῶν Ἀντικυθήρων. Μέσα σὲ μία τέτοια κοινωνία ὅπου ἔπνεε ὁ ἀέρας τῆς δημιουργικότητας καὶ τῆς καινοτομίας ἦταν ἑπόμενο νὰ ἀναπτυχθοῦν οἱ τέχνες (λ.χ. θέατρο, ζωγραφική, γλυπτική, μουσικὴ) καὶ ὁ ἀθλητισμὸς μὲ κορύφωση τοὺς Ὀλυμπιακοὺς ἀγῶνες. Ὁ ἀπὸ μηχανῆς θεὸς στὸ θέατρο, τὸ αὐτόματον θέατρον τοῦ Ἤρωνος τοῦ Ἀλεξανδρέως, ἡ τεχνολογία τῶν χρωμάτων λ.χ. στὶς τοιχογραφίες, ἡ τεχνολογία τῶν κραμάτων, ἡ ἰδιαίτερη μέθοδος χύτευσης μπρούτζινων ἀγαλμάτων (method for the moulding works of a bronze statue), ἡ ὕδραυλις ἀποτελοῦν δείγματα τοῦ τεχνολογικοῦ θαύματος τῶν Ἀρχαίων Ἑλλήνων.
Ἔτσι χρειάστηκε οἱ Ἀρχαῖοι Ἕλληνες νὰ ἐφεύρουν ἔννοιες ποὺ νὰ ἀνταποκρίνονται στὶς ἐπιστημονικὲς ἀναζητήσεις τους: Ἱπποκράτης (ὁ ὅρκος τοῦ Ἱπποκράτη), Θαλῆς, Ἡρόδοτος, Πλάτωνας, Ἀριστοτέλης, οἱ 7 σοφοί, οἱ 3 τραγικοί, Γαληνός, Σωκράτης, Ἀριστοφάνης, Δημόκριτος, Δημοσθένης, Ἰσοκράτης, Θουκυδίδης, Θεοφραστος, Ἀρχιμήδης καὶ πολλοὶ ἄλλοι.
Ὁ Παστὲρ εἶχε πεῖ: «Στὸ πεδίο τῆς παρατηρήσεως, ἡ τύχη εὐνοεῖ μόνο τὸν προετοιμασμένο νοῦ», δηλ. οἱ πρόγονοί μας δὲν ἀνακάλυψαν ἀπὸ τύχη ὅσα ἀνακάλυψαν, ἀλλὰ ὕστερα ἀπὸ προσεκτικὴ παρατήρηση, πειράματα, συνεχῆ ἐνασχόληση καὶ ὄξυνση τῆς ἀφηρημένης σκέψης. Ὅμως οἱ Ἀρχαῖοι Ἕλληνες δὲν περιορίστηκαν στὴν ἐπιστημονικὴ μελέτη ποικίλων φαινομένων. Ἐρεύνησαν καὶ τὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου μὲ ἀνθρωπιστικό/ οἰκουμενικὸ πνεῦμα. Ἐρεύνησαν καὶ τὴν συμπεριφορὰ τοῦ ἀνθρώπου στὸ πλαίσιο τῆς κοινωνίας τῶν πολιτῶν. Ἀναγκαῖο ἐπακόλουθο ἦταν νὰ ἐφεύρουν καὶ νὰ περιγράψουν ἔννοιες ὅπως ἐλευθερία, ἰσότητα, ἰσονομία, δημοκρατία, δικαιοσύνη, ἀγαθό, ἀρετή. Ἀποτέλεσμα αὐτοῦ ἦταν ἡ κατασκευὴ νέων λέξεων καὶ ὅρων γιὰ νὰ κατονομαστοῦν αὐτὲς οἱ νέες ἔννοιες.
Ἐνδεικτικὰ παραθέτω πληροφορίες γιὰ τὴν συμβολὴ τῶν Ἀρχαίων Ἑλλήνων στὶς ἐπιστῆμες καὶ στὶς τέχνες: Πρῶτα πρῶτα ἡ Ἑλληνικὴ Ἐταιρία Μελέτης τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς Τεχνολογίας (ΕΜΑΕΤ) μὲ τὴν καταλυτικὴ συμβολὴ τοῦ καθ. Θεοδόση Τάσιου. Γιὰ τὶς ἀρχαῖες ἐφευρέσεις http://kotsanas.gr/gr/index_ekthemata.html. Ἐπίσης τὸ πρόσφατο βιβλίο τοῦ Thomas Alexander Szlezak, Τί ὀφείλει ἡ Εὐρώπη στοὺς Ἕλληνες. Ἡ θεμελίωση τοῦ πολιτισμοῦ τῆς Εὐρώπης στὴν ἑλληνικὴ ἀρχαιότητα, Ἀθήνα, Ἀκαδημία Ἀθηνῶν / Κέντρον Ἐρεύνης τῆς Ἑλληνικῆς Φιλοσοφίας 2012, 419 σελ.
Ἀνακεφαλαιώνοντας μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι ἡ Ἑλλάδα ἔδωσε στὴν Δύση αὐτὸ ποὺ ἀποκαλεῖται σήμερα λατινικὸ ἀλφάβητο καὶ στὴν Ἀνατολὴ κατὰ τὴν περίοδο τοῦ ἐκχριστιανισμοῦ τῶν Σλάβων τὸ κυριλλικὸ ἀλφάβητο, θεμελίωσε ὅλες σχεδὸν τὶς ἐπιστῆμες καὶ κατ’ ἐπέκταση τὸν εὐρωπαϊκὸ πολιτισμὸ καὶ πρόβαλε τὴν ἀνθρωπιστικὴ στάση. Ἀπὸ τὴν Ἀναγέννηση ἰδίως τέθηκαν οἱ πνευματικὲς βάσεις τῆς Εὐρώπης καὶ ὁ ἑλληνικὸς πολιτισμὸς ἔγινε καὶ πάλι ἡ κινητήρια δύναμη στὴν ἐξέλιξη τῆς Εὐρώπης. Ἀποτέλεσμα αὐτοῦ ἦταν ἡ καταλυτικὴ γλωσσικὴ συμβολὴ τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσας στὴν διαμόρφωση τῶν εὐρωπαϊκῶν γλωσσῶν μέσω τῆς κλασικῆς ἑλληνορωμαϊκῆς παιδείας, π.χ. academie, lycee, bibliotheque, type, centre, harmonie, kosmos, logos. Ἡ ἐπίδραση αὐτὴ δὲν περιορίστηκε στὴν ὁρολογία τῶν ἐπιστημῶν ποὺ θεμελίωσαν οἱ Ἀρχαῖοι Ἕλληνες: ἐπειδὴ ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα ἔδωσε ὄχι ἁπλῶς δάνειους ὅρους, σχηματιστικὰ στοιχεῖα, προθήματα καὶ ἐπιθήματα, ἀλλὰ τὸ πρότυπο, ἡ ὁρολογία καὶ τῶν νεώτερων ἐπιστημῶν βασίστηκε στὸ Α.Ε. πρότυπο, ὅπως λ.χ. ἡ βιολογία (mitochondrion, streptomycete), ἡ βιοχημεία (heparin, kinase, oestrogen), ἡ χημεία (isotope, lipid), ἡ οἰκολογία (biotope, xeric), τὰ οἰκονομικὰ (econometrics, monopsony), ἡ γενετικὴ (Genetics, telomere), ἡ φυσικὴ στοιχειωδῶν σωματιδίων (meson, photon, proton, lepton), ἡ ψυχολογία-ψυχανάλυση (psychology-psychoanalysis, arachnophobia, autism, cyclothymia, psychedelic, schizophrenia). Ἡ συμβολὴ αὐτὴ ἀναγνωρίζεται γενικὰ ἀπὸ τοὺς Εὐρωπαίους καὶ ἔτσι ἑρμηνεύεται τὸ ὅτι σὲ πολλὰ ὀνόματα κοινοτικῶν προγραμμάτων ἀλλὰ καὶ μεγάλων ἠλεκτρονικῶν ὑπολογιστῶν καὶ συστημάτων ἔχουν δοθεῖ ἑλληνικὰ ὀνόματα, ὅπως SOCRATES, Eureka, Phare, Arion, Icone, Pluton κ.ἄ. (βλ. Καλλέργης 2003).
Ἡ ἐπίδραση αὐτὴ συμπληρώθηκε ἀπὸ τὴν ἐπίδραση τοῦ Χριστιανισμοῦ, ὅπου καὶ πάλι ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα ὡς ἡ πρωτότυπη γλῶσσα τῶν εὐαγγελίων καὶ τῶν Πράξεων τῶν Ἀποστόλων ἐπηρέασε τὶς εὐρωπαϊκὲς γλῶσσες, λ.χ. μὲ παροιμιακὲς ρήσεις τῶν εὐαγγελίων.
Ἔτσι λοιπὸν κατασκευάστηκε, ὡς ἀποτέλεσμα τῆς ἐννοιολογικῆς ἔκρηξης, καὶ ἕνα ἀπόθεμα λέξεων ἀπαραίτητων σὲ ὅλες τὶς ἐπιστῆμες, αὐτὸ ποὺ σήμερα ὀνομάζεται ἀκαδημαϊκὸ λεξιλόγιο. π.χ. μέθοδος, , эмпирический метод «ἐμπειρικὴ μέθοδος», θεωρία, πρόβλημα, τύπος, ὑπόθεσις, σύστημα система, σύμβολον/ символ, γένος, εἶδος, τάξις, χαρακτήρ, κέντρον, περιφέρεια, ἀναλύω «διαλύω στὰ συστατικά του», συνθέτω < συντίθημι/συντίθεμαι, ἀνάλυσις, σύνθεσις, φαινόμενον, κρίσις, δίλημμα, ἑρμηνευτική, κατηγορία, κριτήριο, γράφω, μετρῶ.
Οἱ Εὐρωπαῖοι δανείστηκαν τὰ ἐργαλεῖα τῆς σκέψης ποὺ ἐφεῦραν οἱ Ἕλληνες καὶ συγχρόνως τὶς λέξεις μὲ τὶς ὁποῖες δηλώνονταν αὐτά. Ἔτσι γεννήθηκε ἡ μετρολογία καὶ οἱ ὀνομασίες τῶν ὀργάνων μέτρησης, ὅπως ἀνεμόμετρο, βαρόμετρο, δυναμόμετρο, θερμόμετρο, μανόμετρο, ποτόμετρο, ταξίμετρο, χρονόμετρο, ἀλλὰ καὶ οἱ ὀνομασίες τῶν ὀργάνων παρατήρησης, π.χ. μικροσκόπιο, περισκόπιο, στηθοσκόπιο, τηλεσκόπιο. Ἔτσι προέκυψε ἡ ἀνάγκη γιὰ δημιουργία κατηγοριῶν ταξινόμησης. Οἱ Ἀρχαῖοι Ἕλληνες προσανατόλισαν ἕνα στοιχεῖο τῆς γλώσσας τους ἔτσι ὥστε νὰ συμβάλει στὴν ταξινόμηση τῶν ὀντοτήτων σὲ κεντρικὲς καὶ περιφερειακὲς κατηγορίες. Πρόκειται γιὰ τὸ στοιχεῖο -ειδ(ης) < εἶδος (Ἀναστασιάδη-Συμεωνίδη 2007) τὸ ὁποῖο σημασιολογικὰ συνδέεται μὲ τὴν ἔννοια ΒΛΕΠΩ (ἀοριστκὸ θέμα εἶδ(ον) ποὺ χρησιμεύει ὡς ἀόριστος τοῦ ὁράω). Εἶδος εἶναι ὅ,τι ἐμπίπτει στὴν ὅραση, στὴν μορφὴ ἢ στὸ σχῆμα μὲ τὸ ὁποῖο κάτι εἶναι ὁρατό, φαίνεται. Εἶναι ἐπίσης ἡ φτιάξη τοῦ ἀνθρώπινου σώματος, π.χ. εὐειδής, δυσειδής, σημαίνει «μορφή, τύπος, φύση», λ.χ. τὸ εἶδος τῆς νόσου. Στὴν ἔκφραση ἐν εἴδει+γενική, π.χ. ἐν εἴδει περιστερᾶς (γιὰ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα), ἐντοπίζεται ἡ ὁμοιαστικὴ σημασία. Εἶδος σημαίνει «τάξη» λ.χ. γιὰ φυτὰ καὶ ζῶα, καὶ ἐδῶ ἡ ἔννοια σχετίζεται μὲ τὴν ἔννοια «γένος» ὡς ὑποδιαίρεσή του, π.χ. ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ γένους πεύκη, εἴδει διαφέρουσα. Ἡ λ. εἶδος ἀναφέρεται σὲ διάφορα ἀντικείμενα, ἀγαθά, π.χ. πληρωμὴ εἰς εἶδος, στὸν πληθυντικό, π.χ. ἀθλητικὰ εἴδη/εἴδη προικός. Ἡ λ. εἶδος κατασκευάζει ἐπίθετα μὲ τὴν σημασία «ποὺ μοιάζει ὡς πρὸς τὴν μορφή, τὸ σχῆμα, τὴν σύσταση». Πρόκειται γιὰ μεταφορὰ ἀπὸ τὸ ΒΛΕΠΩ τοῦ πραγματικοῦ κόσμου, ποὺ εἶναι πιὸ προσιτὸς καὶ τὸν ἀντιλαμβανόμαστε μὲ τὶς αἰσθήσεις μας, στὸ ΕΚΤΙΜΩ «ἐκτιμῶ ὅτι κάτι μοιάζει μὲ κάτι ἄλλο», γιὰ νὰ ἀναφερθοῦμε στὸν κόσμο τῆς σκέψης, ποὺ εἶναι λιγότερο προσιτός.
Στὸν Ἡρόδοτο καὶ στὸν Ἀριστοτέλη συναντοῦμε τὰ ἑξῆς: ἀνθρωποειδὴς τύπος, θεός, πίθηκος, ἀνθρωποειδὲς θηρίον «ποὺ μοιάζει μὲ ἄνθρωπο ὡς πρὸς τὴν μορφή, τὸ σχῆμα». Ἀλλὰ τί σημαίνει ἀνθρωποειδής; Σημαίνει «ποὺ ἐκτιμῶ μὲ βάση ἐξωτερικὰ γνωρίσματα ποὺ ἀντιλαμβάνομαι μέσω τῆς ὅρασης ὅτι μοιάζει μὲ ἄνθρωπο», π.χ. πυραμιδοειδὴς κατασκευὴ «ποὺ μοιάζει ὡς πρὸς τὴν μορφὴ ἢ τὸ σχῆμα μὲ πυραμίδα». Τὸ -ειδ(ης) διατηρεῖ ἴχνη ἀπὸ τὴν ἔννοια ΒΛΕΠΩ: τὰ χαρακτηριστικὰ ποὺ ἐπιλέγονται, ὅπως ἡ μορφή, τὸ σχῆμα ἢ ἡ σύσταση, γίνονται ἀντιληπτὰ μέσω τῶν αἰσθήσεων καὶ ἰδίως μέσω τῆς ὅρασης. Ὅταν ἀναφερόμαστε σὲ ἀνθρωποειδές, ἔχουμε δύο σύνολα, ἄνθρωπος – μὴ ἄνθρωπος καὶ ἀνάμεσά τους οἱ ὀντότητες ποὺ κατονομάζονται μὲ τὸ -ειδ(ης). Ἔτσι δημιουργεῖται ἕνα ὑπερσύνολο μὲ κάποια ἀνομοιογένεια ὡς πρὸς τὶς ὀντότητες ποὺ περιλαμβάνει. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι δὲν ὑπάρχει ταύτιση τῶν δύο ἐννοιῶν, δηλ. ἄνθρωπος καὶ ἀνθρωποειδής, ἀλλὰ δημιουργία ἑνὸς εὐρύτερου συνόλου ποὺ περιλαμβάνει ἔννοιες μὴ ὁμοιογενεῖς, ποὺ συνδέονται ὡστόσο μεταξύ τους μὲ σχέσεις χαλαρῆς ταύτισης.
Ἂν ἐξετάσουμε τὰ οὐσιαστικὰ ποὺ τοποθετοῦνται ἀριστερά του -ειδ(ης), θὰ παρατηρήσουμε ὅτι ἔχουν τὶς ἀκόλουθες προδιαγραφές:
α) Εἶναι ἀριθμητά, συγκεκριμένα ἔτσι ὥστε τὰ γνωρίσματα τῶν ἀντικειμένων ἀναφορᾶς τους νὰ γίνονται ἀντιληπτὰ ἀπὸ τὶς αἰσθήσεις καὶ ἰδίως τὴν ὅραση, λ.χ. τὰ ἀντικείμενα ἀναφορᾶς τους ἔχουν χαρακτηριστικὸ σχῆμα π.χ. βολβοειδής, κυβοειδής, ὠοειδής, ἐλλειψοειδής, ἑλικοειδής, σπειροειδής, μιτροειδής, ἔχουν χαρακτηριστικὴ μορφὴ π.χ. πιθηκοειδής, τερατοειδής, ἔχουν χαρακτηριστικὸ χρῶμα π.χ. ἰριδοειδής, ἰοειδής, ἐρυθροειδής, χαρακτηριστικὴ σύσταση π.χ. ὑαλοειδής, κρυσταλλοειδής, χαρακτηριστικὴ ὑφὴ π.χ. σπογγοειδής, πολτοειδής. Γενικὰ τὰ ἀντικείμενα ἀναφορᾶς τους ἔχουν ὁρατὰ ἰδιαίτερα γνωρίσματα μὲ βάση τὰ ὁποῖα μποροῦν νὰ περιγραφοῦν, π.χ. ζουγκλοειδής.
β) Σχηματίζουν κατηγορίες ποὺ ὁρίζονται ἐπιστημονικὰ ὡς ἀποτέλεσμα τῶν ἐπιστημονικῶν ταξινομήσεων, λ.χ. ἀναφέρονται σὲ ἀσθένειες π.χ. τυφοειδής, τετανοειδής, ρευματοειδής, σὲ τάξεις ζώων π.χ. ὀστρακοειδή, βατραχοειδή, φαλαινοειδή, βοοειδῆ, σὲ τάξεις φυτῶν π.χ. θαμνοειδῆ, μηκωνοειδή, σὲ τάξεις προϊόντων π.χ. πετρελαιοειδῆ. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ δημιουργεῖται μία εὐρύτερη ἐπιστημονικὴ κατηγορία, ἡ ὁποία δὲν περιορίζεται στὸ νὰ περιλαμβάνει μόνο τὸ πρότυπο τῆς κατηγορίας π.χ. τέτανος, φάλαινα, θάμνος, ἀλλὰ περιλαμβάνει καὶ ὀντότητες ποὺ φέρουν ὁρισμένα μόνο ἀπὸ τὰ χαρακτηριστικὰ τοῦ προτύπου, π.χ. τετανοειδὴς σπασμὸς «σπασμὸς ποὺ μοιάζει μὲ τὸ χαρακτηριστικὸ σπασμὸ τοῦ τετάνου». Πιὸ συγκεκριμένα δὲν λαμβάνονται ὑπόψη οἱ ἐσωτερικὲς διαβαθμίσεις τῆς κατηγορίας τοῦ προτύπου καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ ἔργο μὲ τὸ ὁποῖο ἐπιφορτίζεται τὸ -ειδ(ης). Τὰ οὐσιαστικοποιημένα ἐπίθετα στὸ οὐδέτερο γένος καὶ στὸν πληθυντικὸ ἀριθμὸ δηλώνουν οἰκογένειες ζώων ἢ φυτῶν, π.χ. αἰλουροειδῆ, φοινικοειδῆ.
Γιὰ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους τὸ ΑΕ -ειδ(ης) ἀποτέλεσε προϊὸν δανεισμοῦ τῶν εὐρωπαϊκῶν γλωσσῶν μὲ τὴν μορφὴ -oïd(e)/-oïdal σὲ πολλὰ ἐπιστημονικὰ λεξιλόγια, ὅπως τῆς ἰατρικῆς, βιολογίας, χημείας, φυσικῆς, γεωμετρίας, ζωολογίας, βοτανικῆς, ὀρυκτολογίας, ψυχολογίας, ἀνθρωπολογίας, βιοχημείας, π.χ. γεωειδὴς «geoid», ἑλικοειδὴς «helicoidal» (γαλλ.), ἐλλειψοειδὴς «ellipsoidal/ellipsoid», ἡμιτονοειδὴς «sinusoidal», καρδιοειδὴς «cardioid», παραβολοειδὴς «paraboloid/ paraboloidal», σιγμοειδὴς «sigmoide», σωληνοειδὴς «solenoid», τραπεζοειδὴς «trapezoidal», ὑπερβολοειδὴς «hyperboloidal».
5. Συμπεράσματα - Πρόταση
Οἱ εἰδικοὶ ὑποστηρίζουν ὅτι «τὰ Α.Ε. εἶναι νεκρὴ γλῶσσα», ὡστόσο ἡ ρήση αὐτὴ ἔχει παρεξηγηθεῖ ἀπὸ πολλοὺς Ἕλληνες μὴ εἰδικούς. Τὸ ζήτημα εἶναι πῶς ὁρίζεται μία νεκρὴ γλῶσσα. Ἡ ἀπάντηση τῶν γλωσσολόγων εἶναι ξεκάθαρη: νεκρὴ εἶναι ἡ γλῶσσα ποὺ δὲ διαθέτει πιὰ φυσικοὺς ὁμιλητές. Ἐπίσης σὲ κείμενα γλωσσολόγων ἀπαντᾶ μία ἄλλη ρήση: «Τὰ ἑλληνικὰ εἶναι μία μικρὴ γλῶσσα». Καὶ πάλι τὸ ζήτημα τίθεται γιὰ τὸ πῶς ὁρίζεται μία μικρὴ ἢ μεγάλη γλῶσσα. Ἡ ἀπάντηση τῶν γλωσσολόγων εἶναι καὶ ἐδῶ ξεκάθαρη: μικρὴ εἶναι ἡ γλῶσσα μὲ μικρὸ ἀριθμὸ ὁμιλητῶν, ὅπως ἡ νέα ἑλληνική. Δηλ. στὶς ρήσεις αὐτὲς δὲν ὑπάρχει ἀξιολογικὴ κρίση. Κάτω ἀπὸ τὸ πρίσμα αὐτὸ δὲν εἶναι ἀντιφατικὴ ἡ ρήση τῆς Marianne McDonald, πρωτεργάτριας τοῦ TLG, «Ἡ γνώση τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσας εἶναι ἀπαραίτητο θεμέλιο ὑψηλῆς πολιτιστικῆς καλλιέργειας».
Οἱ ὄροι ἑλληνικῆς ἀρχῆς ποὺ ἀπαντοῦν στὶς ἄλλες γλῶσσες εἴτε ἀποτελοῦν ἄμεσα δάνεια τῶν γλωσσῶν αὐτῶν ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ ἢ τὴν λατινικὴ ποὺ τοὺς εἶχε δανειστεῖ ἀπὸ τὴν Α.Ε., εἴτε ἀποτελοῦν κατασκευὲς τῶν γλωσσῶν αὐτῶν μὲ Α.Ε. στοιχεῖα εἴτε, τέλος, συνιστοῦν μεταφραστικὰ δάνεια ἀπὸ τὴν Α.Ε. Συνεπῶς, ἂν καὶ δὲν ὑπάρχουν φυσικοὶ ὁμιλητές τῆς Α.Ε., ἡ Α.Ε. ἐξακολουθεῖ νὰ ζεῖ μέσω τῆς ἐπιστημονικῆς ὁρολογίας, καὶ ἀποτελεῖ μία ἀστείρευτη πηγὴ γιὰ δημιουργία νέων ὅρων καὶ ἐμπλουτισμὸ τοῦ λεξιλογίου τῆς ἑλληνικῆς ἀλλὰ καὶ τῶν εὐρωπαϊκῶν γλωσσῶν, γεγονὸς ποὺ συμβάλλει στὴν ἐπιστημονικὴ ἀλληλοκατανόηση τῶν εἰδικῶν διαφόρων χωρῶν. Ὁ δανεισμὸς τῶν εὐρωπαϊκῶν γλωσσῶν ἀπὸ τὴν Α.Ε. ξεκίνησε σὲ μία ἐποχὴ ποὺ οἱ γλῶσσες αὐτὲς εἶχαν περιορισμένο λεξιλόγιο σὲ σχέση μὲ τὴν Α.Ε. καὶ συνεχίζεται ἕως σήμερα, ἐνῶ ἐδῶ καὶ αἰῶνες διαθέτουν γλωσσικὸ πλοῦτο, γιατὶ οἱ εὐρωπαϊκὲς γλῶσσες δὲ δανείστηκαν μόνο λέξεις καὶ ὅρους ἀλλὰ καὶ σχηματιστικὰ στοιχεῖα, προθήματα, ἐπιθήματα καὶ ἰδίως Κανόνες Κατασκευῆς Ὅρων.
Ἐπίσης τὸ στοιχεῖο -ειδ(ης) τῆς Α.Ε., ποὺ ἡ νέα ἑλληνικὴ κληρονόμησε, ἀποτέλεσε ἀντικείμενο δανεισμοῦ ἀπὸ τὶς εὐρωπαϊκὲς γλῶσσες, γιατὶ λόγω τῆς ὁμοιαστικῆς σημασίας ποὺ ἀνέπτυξε, συνιστᾶ ἰδιαίτερα χρήσιμο στοιχεῖο στὴν ἐπιστημονικὴ ὁρολογία, ἀφοῦ ἐπιτρέπει κατὰ τὴν ταξινόμηση τῶν ὀντοτήτων τὴν δημιουργία εὐρύτερων τάξεων, τὰ μέλη τῶν ὁποίων μοιράζονται μόνο βασικὰ γνωρίσματα. Τὸ πέρασμα ἀπὸ τὴν σημασία «βλέπω», ἀπὸ τὸν πραγματικὸ κόσμο, ποὺ εἶναι πιὸ προσιτός, στὴν σημασία «ἐκτιμῶ μὲ βάση τὰ ἐξωτερικὰ γνωρίσματα ὅτι κάτι μοιάζει μὲ κάτι ἄλλο», δηλ. στὸν κόσμο τοῦ νοῦ, πού, ὡς ἀφηρημένος, εἶναι λιγότερο προσιτός, δηλ. τὸ πέρασμα ἀπὸ τὸ συγκεκριμένο στὸ ἀφηρημένο, ἀπὸ τὸ σῶμα καὶ τὴν ὅραση στὸ νοῦ, τὸ ἔκαναν πρῶτοι οἱ Ἀρχαῖοι Ἕλληνες.
Τέλος πέρα ἀπὸ τὸ θεωρητικὸ ἐνδιαφέρον ποὺ παρουσιάζει ὁ πολύπλευρος δανεισμός τῶν εὐρωπαϊκῶν γλωσσῶν στοιχείων ἀπὸ τὴν ἑλληνική, ὑπάρχει καὶ μεγάλο πρακτικὸ ἐνδιαφέρον, ποὺ σχετίζεται μὲ τὴν ἀλληλοκατανόηση τῶν ἐπιστημόνων, ἀφοῦ, ὅπως εἴπαμε, τὰ διαγλωσσικὰ ὁμότυπα συμβάλλουν ἀποφασιστικὰ στὴν πρόσληψη τῶν ἐπιστημονικῶν κειμένων καὶ διευκολύνουν τὴν διδακτική τῆς ὁρολογίας ἀλλὰ καὶ γενικότερά των εὐρωπαϊκῶν γλωσσῶν καὶ τοῦ εὐρωπαϊκοῦ πολιτισμοῦ. Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ ἐπαναφέρουμε τὴν πρότασή μας (Ἀναστασιάδη-Συμεωνίδη 1996β) γιὰ διδασκαλία στὴν Δευτεροβάθμια καὶ Τριτοβάθμια Ἐκπαίδευση καὶ ἰδίως στὸν ἐπιστημονικὸ κόσμο τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἕνωσης ἀλλὰ καὶ σὲ παγκόσμιο ἐπίπεδο τῶν στοιχείων ἐκείνων τῆς ἑλληνικῆς ποὺ χρησιμοποιοῦνται στὸν ἀκαδημαϊκὸ/ἐπιστημονικὸ λόγο, δηλ. σχηματιστικῶν στοιχείων, προθημάτων καὶ ἐπιθημάτων ἀλλὰ καὶ Κανόνων Κατασκευῆς Ὅρων, ποὺ θὰ ἐπιτρέψουν στοὺς ἐπιστήμονες σὲ πρῶτο στάδιο νὰ κατανοήσουν τὸν ἐπιστημονικὸ λόγο στὴν Γ1 τοὺς ἀλλὰ καὶ σὲ πολλὲς ἄλλες γλῶσσες, καὶ σὲ δεύτερο στάδιο νὰ παραγάγουν ἐπιστημονικὴ ὁρολογία σὲ ὀρθὴ βάση. Ἂν τεθεῖ σὲ ἐφαρμογὴ ἡ πρόταση αὐτή, ἡ ὁρολογία ὡς πολιτισμικὴ ἐπιλογὴ θὰ μποροῦσε νὰ συμβάλει οὐσιαστικὰ στὴν οἰκοδόμηση τῆς ταυτότητας τῶν ἐπιστημόνων ἀλλὰ καὶ εἰδικότερα τῆς εὐρωπαϊκῆς ἐπιστημονικῆς ταυτότητας καθὼς καὶ στὸν ἐκδημοκρατισμὸ τῆς γνώσης.
Βιβλιογραφία
Alexianu, M. & R. Curca 2003. «Un projet necessaire : Dictionnaire des mots grecs universels», Ἑλληνικὴ Γλῶσσα καὶ Ὁρολογία, ΕΛΕΤΟ 4, Ἀθήνα, 219-223.
Aloizou, Kyriaki. 2011. «Greek loanwords in the English language», Ἑλληνικὴ Γλῶσσα καὶ Ὁρολογία, ΕΛΕΤΟ 8, Ἀθήνα, 84-94.
Ἀναστασιάδη-Συμεωνίδη, Ἄ., 1996α. «Ἡ νεοελληνικὴ σύνθεση», Ζητήματα νεοελληνικῆς γλώσσας-Διδακτικὴ προσέγγιση, (ἔκδ.) Γ. Κατσιμαλὴ & Φ. Καβουκόπουλος, Τομέας Γλωσσολογίας Τμήματος Φιλολογίας Πανεπιστημίου Κρήτης, Ρέθυμνο, 97-120.
Ἀναστασιάδη-Συμεωνίδη, Ἄ., 1996β. «Τὸ λεξιλόγιο τῆς νεοελληνικῆς καὶ ὁ εὐρωπαϊκὸς γλωσσικὸς πλουραλισμός», Ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα στὴν διευρυμένη Εὐρωπαϊκὴ Ἕνωση-Γλωσσικὸς πλουραλισμὸς καὶ γλωσσοεθνοκεντρισμός, Ἀθήνα 1996, Κέντρο Λογοτεχνικῆς Μετάφρασης τοῦ Γαλλικοῦ Ἰνστιτούτου Ἀθηνῶν, 81-88.
Ἀναστασιάδη-Συμεωνίδη, Ἄ., 1997. «Γλωσσικὲς διαδικασίες κατὰ τὴν δημιουργία ὅρων», Ἑλληνικὴ Γλῶσσα καὶ Ὁρολογία, ΕΛΕΤΟ 1, Ἀθήνα, 77-87.
Ἀναστασιάδη-Συμεωνίδη, Ἄ., 2005. «Τὰ στοιχεῖα πέτρο- καὶ λίθο- στὴν ἑλληνικὴ ὁρολογία», Ἑλληνικὴ Γλῶσσα καὶ Ὁρολογία, ΕΛΕΤΟ 5, Ἀθήνα.
Ἀναστασιάδη-Συμεωνίδη, Ἄ., 2007. «Τὸ μόρφημα -ειδ(ης) στὴν Νέα Ἑλληνική», Ἑλληνικὴ Γλῶσσα καὶ Ὁρολογία, ΕΛΕΤΟ 6, Ἀθήνα, 19-31.
Ἀναστασιάδη-Συμεωνίδη, Ἀ., 2009. «Ὁρολογία τῆς Φυσικῆς Στοιχειωδῶν Σωματιδίων», Ἑλληνικὴ Γλῶσσα καὶ Ὁρολογία, ΕΛΕΤΟ 7, Ἀθήνα, 155-164.
Ἀναστασιάδη-Συμεωνίδη, Ἄ. & Βλέτση Ε. 2009. «Ψευδοφίλες μονάδες: οἱ διαχρονικοὶ ἄσπονδοι φίλοι στὴν ἑλληνική», Πανελλήνιο συνέδριο «Ἡ διδασκαλία τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας (ὡς πρώτης/μητρικῆς, δεύτερης/ξένης)», Πανεπιστήμιο Δυτικῆς Μακεδονίας, Τμῆμα Νηπιαγωγῶν, Νυμφαῖο 4/9/09 http://linguistics.nured.uowm.gr/Nimfeo2009/praktika/
Ἀναστασιάδη-Συμεωνίδη, Ἄ. & Γαλανή, Σ. 1995. «Τὸ ἐπίθημα -ισμὸς στὴν νεοελληνική», Μελέτες γιὰ τὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα-Πρακτικά τῆς 15ης ἐτήσιας συνάντησης τοῦ Τομέα Γλωσσολογίας τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς Α.Π.Θ., Θεσσαλονίκη, 519-529.
Ἀναστασιάδη-Συμεωνίδη, Ἄ. & Φλιάτουρας Ἀ. 2003. «Τὸ ἐπίθημα -ὠμὰ στὴν ἰατρικὴ ὁρολογία», Ἑλληνικὴ Γλῶσσα καὶ Ὁρολογία, ΕΛΕΤΟ 4, Ἀθήνα, 74-84.
Asher, R.E., 1994, The Encyclopedia of Language and Linguistics, Vol 3, Oxford, Pergamon Press.
Βαλεοντής, Κ. 2011. «Μία ἔννοια – Ἕνας ὅρος – Πόσες λέξεις; Ἡ νιλεκτικότητα τῶν ὅρων», Ἑλληνικὴ Γλῶσσα καὶ Ὁρολογία, ΕΛΕΤΟ 8, Ἀθήνα, 125-141.
Βαλεοντή, Τ. 2009. «Ἡ παραγωγικὴ κατάληξη -ιτις/-ιτιδα στὴν ἰατρικὴ ὁρολογία», Ἑλληνικὴ Γλῶσσα καὶ Ὁρολογία, ΕΛΕΤΟ 7, Ἀθήνα, 56-69.
Benveniste, E. 1966. «Formes nouvelles de la composition nominale», BSLP 61, 1, Klincksieck, 82-95.
Bouffartigue J. & Delrieu A.-M. 1981, Tresors des racines grecques, Paris, Belin, 1993, Οἱ ἑλληνικὲς ρίζες στὴν γαλλικὴ γλῶσσα, μετάφραση Ἀ. Μόζερ, Ἀθήνα, Ἐκδόσεις Ἐλευθεροτυπία.
Γαβριηλίδου, Ζ. & Εὐθυμίου Ἀ. 2003. «Τὸ πρόθημα πολύ-», Mela-Athanasopoulou E. (ed.) Proceedings of the 15th International Symposium on Theoretical and Applied Linguistics, Θεσσαλονίκη, 152-165.
Γιαννουλοπούλου, Γ. 2001. «Ἡ συμβολὴ τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς καὶ τῆς λατινικῆς στὴν διαμόρφωση τῆς ἐπιστημονικῆς ὁρολογίας τῶν εὐρωπαϊκῶν γλωσσῶν: ἱστορικὴ θεώρηση», Ἑλληνικὴ Γλῶσσα καὶ Ὁρολογία, ΕΛΕΤΟ 3, Ἀθήνα, 19-29.
Darmesteter, A. 1967. Traite de la formation des mots composes dans la langue francaise, comparee aux autres langues romanes et au latin, Paris, Champion.
Καλλέργης, Μ. 2003. «Εἰσχώρηση ἐπιλεγμένων ἑλληνογενῶν ὅρων στὶς δέκα ἐπίσημες γλῶσσες τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἕνωσης», Ἑλληνικὴ Γλῶσσα καὶ Ὁρολογία, ΕΛΕΤΟ 4, Ἀθήνα, 237-251.
Κουτσουλέλου, Σ. (ὑπὸ ἔκδοση) «Οὐσιαστικὰ κελύφη: ἡ χρήση τους στὶς μαθητικὲς ἐκθέσεις. Διδακτικὴ παρέμβαση», ΜΕΓ 34, Θεσσαλονίκη, ΙΝΣ.
Κυριαζή–Παπακωνσταντίνου, Μ. 2005. «Διαγλωσσικὰ ὁμότυπα τῆς ἑλληνικῆς καὶ ἀγγλικῆς εἰδικῆς γλώσσας ἠλεκτρολογίας – ἠλεκτρονικῆς. Γλωσσοδιδακτικὴ πρόταση», Ἑλληνικὴ Γλῶσσα καὶ Ὁρολογία, ΕΛΕΤΟ 5, Ἀθήνα.
Κωνσταντινίδης Α. 2001, Ἡ οἰκουμενικὴ διάσταση τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας, Θεσσαλονίκη.
Nybakken, E.O. 1959. Greek and Latin in Scientific Terminology. The Iowa State University Press.
Παντελοδῆμος Δ. 1999. «Ἑλληνικὴ γλῶσσα: δάνεια στὴν γαλλικὴ καὶ ἀντιδάνεια τῆς νέας ἑλληνικῆς», Ἑλληνικὴ Γλῶσσα καὶ Ὁρολογία, ΕΛΕΤΟ 2, Ἀθήνα, 26-34.
Snigovska, O. & Μαλαχίτης, Α. 2011. «Σύντομη ἀνάλυση τοῦ σχηματισμοῦ ὅρων μὲ στοιχεῖα ἑλληνικὰ ἢ ἑλληνικῆς προέλευσης στὴν Ρωσικὴ καὶ τὴν Οὐκρανικὴ γλῶσσα», Ἑλληνικὴ Γλῶσσα καὶ Ὁρολογία, ΕΛΕΤΟ 8, Ἀθήνα, 73-83.
Συμεωνίδης, Χ. 2001. Ἡ ἑλληνικὴ γλωσσικὴ ἐπίδραση στὸ σύστημα κύριων ὀνομάτων τῆς παλαιοσλαβικῆς καὶ ἰδιαίτερα τῆς βουλγαρικῆς, Λευκωσία, Κέντρο Ἐπιστημονικῶν Ἐρευνῶν 32.
Συμεωνίδης, Χ. 2008. «Τὸ ἑλληνικὸ πολιτισμικὸ λεξιλόγιο ἢ οἱ ἑλληνικοὶ διεθνισμοὶ τῶν εὐρωπαϊκῶν γλωσσῶν», Μόζερ Ἀ., Μπακάκου-Ὀρφανοῦ Αικ., Χαραλαμπάκης Χρ., Χειλὰ-Μαρκοπούλου Δ. Γλώσσης χάριν, τόμος ἀφιερωμένος ἀπὸ τὸν Τομέα Γλωσσολογίας στὸν Καθηγητὴ Γεώργιο Μπαμπινιώτη, Ἀθήνα, Ἑλληνικὰ Γράμματα.
Szlezak, Th. A. 2012. Τί ὀφείλει ἡ Εὐρώπη στοὺς Ἕλληνες. Ἡ θεμελίωση τοῦ πολιτισμοῦ τῆς Εὐρώπης στὴν ἑλληνικὴ ἀρχαιότητα, Ἀθήνα, Ἀκαδημία Ἀθηνῶν / Κέντρον Ἐρεύνης τῆς Ἑλληνικῆς Φιλοσοφίας, 419 σέλ.
Tchkoidze, E. 2011. «Οἱ ἑλληνικὲς λέξεις ὡς μέσο διεθνοποίησης ἐννοιῶν», Ἑλληνικὴ Γλῶσσα καὶ Ὁρολογία, ΕΛΕΤΟ 8, Ἀθήνα, 392-400.
Τοπάλης, Ε. & Βαλεοντής, Κ. 2011. «Ἀγγλικὰ δίλεκτα τοῦ τύπου Noun – Noun στὸ Διεθνὲς Πρότυπο ISO/IEC 2382-1:1993 τῆς βασικῆς ὁρολογίας πληροφορικῆς καὶ τὰ ἑλληνικὰ ἰσοδύναμά τους στὸ Ἑλληνικὸ Πρότυπο ΕΛΟΤ 996-1» Ἑλληνικὴ Γλῶσσα καὶ Ὁρολογία, ΕΛΕΤΟ 8, Ἀθήνα, 106-124.
Φιλόπουλος Β. 1999. «Διεθνοποίηση ὁρολογίας καὶ ἑλληνικὴ γλῶσσα», Ἑλληνικὴ Γλῶσσα καὶ Ὁρολογία, ΕΛΕΤΟ 2, Ἀθήνα, 73-83.
* Ἡ κυρία Ἄννα Ἀναστασιάδη-Συμεωνίδη εἶναι Γλωσσολόγος, ὁμ. Καθηγήτρια Φιλολογίας στὸ ΑΠΘ καὶ τὴν εὐχαριστοῦμε ποὺ μᾶς ἐπέτρεψε νὰ πολυτονίσουμε τὸ ἐξαιρετικὸ ἄρθρο της.



