ΟΜΙΛΙΑ ΙΩΑΝΝΑΣ ΚΟΝΔΥΛΗ

 

ΔΙΑΤΡΙΒΕΣ ΣΕ ΞΕΝΗ ΓΛΩΣΣΑ ΣΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΕΙ; *

 

«Μήγαρις ἔχω ἄλλο στὸ νοῦ μου πάρεξ ἐλευθερία καὶ γλῶσσα;», ἔγραψε στὸν Διάλογο ὁ Διονύσιος Σολωμός, πλέκοντας ἄρρηκτα τὶς δύο ἔννοιες σὲ μίαν ἀξεχώριστη ἀλληλουχία, καθιστώντας τὴν μία προϋπόθεση καὶ συνέπεια τῆς ἄλλης. Ἡ ἀπώλεια τῆς μιᾶς προαναγγέλλει τὴν ἀπώλεια καὶ τῆς ἄλλης, καθὼς τὰ ὅρια τῆς γλώσσας μας ὁρίζουν τὰ ὅρια τοῦ κόσμου μας1. H ἑλληνικὴ λαλιὰ εἶναι μέρος, ἀπόδειξη καὶ ἔκφραση τῆς ἐθνικῆς ταυτότητας. «Ἐσμὲν Ἕλληνες τὸ γένος, ὡς ἢ τὲ φωνὴ καὶ ἡ πάτριος παιδεία μαρτυρεῖ», ἔλεγε ὁ Γεώργιος Γεμιστὸς Πλήθων, ἀντιστεκόμενος στὴν λατινοποίηση ποὺ ἐπεδίωκαν οἱ Βιλλαρδουίνοι στὴν Πελοπόννησο.


Σήμερα, ἡ ἑλληνικὴ λαλιὰ κινδυνεύει ἀπὸ τὴν de lege ἀναγνώριση τῆς δυνατότητας ἐκπόνησης διδακτορικῆς διατριβῆς ἢ διπλωματικῆς ἐργασίας σὲ γλῶσσα ἄλλη, διαφορετική τῆς ἑλληνικῆς. Τὸ πρόβλημα εἶχε ἀρχίσει ἤδη μὲ τὴν ἀποτυχία τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ συστήματος νὰ δείξει στοὺς μικροὺς μαθητὲς τὴν ὀμορφιὰ καὶ τὸν πλοῦτο τῆς γλώσσας τῆς Δημοκρατίας, τοῦ Θεάτρου, τῶν Εὐαγγελίων, τῆς «γλώσσας τῶν θεῶν» κατὰ τὸν Κικέρωνα. Θλιβερὸ ἀποτέλεσμα ἡ λεξιπενία, ἡ ἀσυνταξία καὶ ἡ ἀνορθογραφία ποὺ ἀναιρεῖ τὴν ἐτυμολογικὴ ἀναγνώριση καὶ τὴν ἱστορικὴ μνήμη.


Γιὰ πρώτη φορὰ τὸ 2008, ὁ νόμος 3685 μὲ τίτλο «Θεσμικὸ πλαίσιο γιὰ τὶς Μεταπτυχιακὲς Σπουδὲς» εἰσήγαγε ἐξαίρεση ἀπὸ τὸν κανόνα ὅτι ἀποκλειστικὴ ἐπίσημη γλῶσσα καὶ στὶς τρεῖς ἐκπαιδευτικὲς βαθμίδες εἶναι ἡ ἑλληνική2. Τὸ ἄρθρο 9 παρ. 4 περ. γ’ προβλέπει ὅτι «μὲ ἀπόφαση τῆς Γενικῆς Συνέλευσης Εἰδικῆς Σύνθεσης ὁρίζεται ἡ γλῶσσα συγγραφῆς τῆς μεταπτυχιακῆς διπλωματικῆς ἐργασίας ἢ τῆς διδακτορικῆς διατριβῆς». Ἀπὸ τὴν ἁπλὴ ἀνάγνωση τοῦ κειμένου προκύπτει ὅτι τὸ ρῆμα «ὁρίζεται» παραπέμπει εὐθέως σὲ δυνατότητα περισσότερων ἐπιλογῶν, πέραν τῆς ἑλληνικῆς, δηλαδὴ καταλείπεται ἐν πρώτοις μία εὐρεία διακριτικὴ εὐχέρεια σὲ ὄργανα διοίκησης τῶν ΑΕΙ νὰ ἐπιλέξουν ἄλλη ἢ ἄλλες γλῶσσες πλὴν τῆς ἑλληνικῆς. Εἶναι, βέβαια, ἀσαφὲς ἐὰν ἡ ὡς ἄνω προβληματικὴ γιὰ τὴν προστασία τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας διάταξη παραμένει σὲ ἰσχὺ μὲ βάση τὶς μεταβατικὲς διατάξεις τοῦ νόμου 4009/2011 καὶ συγκεκριμένα τοῦ ἄρθρου 80 παρ. 11 ἐδ. 1 ποὺ ὁρίζει ὅτι «μέχρι τὴν ἔκδοση τῶν Ὀργανισμῶν τῶν Ἱδρυμάτων γιὰ τὰ Προγράμματα Μεταπτυχιακῶν Σπουδῶν καὶ τὴν ἐκπόνηση τῶν διδακτορικῶν διατριβῶν ἐξακολουθοῦν νὰ ἰσχύουν οἱ διατάξεις τοῦ ν. 3685/2008, ὅπως τροποποιήθηκε καὶ ἰσχύει». Κατ’ ἀρχάς, τίθεται τὸ ἐρώτημα ἐὰν εἶναι συνταγματικῶς ἀνεκτὴ ἡ διάταξη αὐτή, ἐὰν καὶ σὲ ποιὸ βαθμὸ συμβαδίζει μὲ τὸ ὑφιστάμενο νομικὸ πλαίσιο.


Ἡ συνταγματικότητα τῆς διάταξης εἶναι ἰδιαιτέρως ἀμφίβολη, διότι ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα ὡς στοιχεῖο τῆς ἐθνικῆς ταυτότητας τυγχάνει συνταγματικῆς προστασίας. Στὸ Σύνταγμα τοῦ 1952, ἡ προστασία αὐτὴ κατοχυρωνόταν ρητὰ ἀπὸ τὸ ἄρθρο 107 ὡς ἑξῆς: «Ἐπίσημος γλῶσσα τοῦ κράτους εἶναι ἐκείνη εἰς τὴν ὁποίαν συντάσσεται τὸ Πολίτευμα καὶ τῆς ἑλληνικῆς νομοθεσίας τὰ κείμενα. Πάσα πρὸς παραφθορὰν ταύτης ἐπέμβασις ἀπαγορεύεται». Στὸ Σύνταγμα τοῦ 1974 ἡ ρητὴ αὐτὴ συνταγματικὴ προστασία μπορεῖ νὰ ἀπαλείφθηκε, πλήν, ὅμως, ἐξακολουθεῖ νὰ προκύπτει ἀβίαστα ἑρμηνευτικὰ τόσο ἀπὸ τὸ ἄρθρο 1 παρ. 3 Συντ. σύμφωνα μὲ τὸ ὁποῖο «ὅλες οἱ ἐξουσίες πηγάζουν ἀπὸ τὸν Λαό, ὑπάρχουν ὑπὲρ αὐτοῦ καὶ τοῦ Ἔθνους…», ὅσο καὶ ἀπὸ τὸ ἄρθρο 16 παρ. 2 ποὺ ὁρίζει ὅτι «ἡ παιδεία ἀποτελεῖ βασικὴ ἀποστολὴ τοῦ Κράτους καὶ ἔχει σκοπὸ τὴν ἠθική, πνευματική, ἐπαγγελματικὴ καὶ φυσικὴ ἀγωγὴ τῶν Ἑλλήνων, τὴν ἀνάπτυξη τῆς ἐθνικῆς καὶ θρησκευτικῆς συνείδησης…»3. Σ’ αὐτὸ τὸ ἐπιχείρημα θὰ μποροῦσε βεβαίως κάποιος νὰ ἀντιτάξει τὴν πρώτη παράγραφο τοῦ ἴδιου του ἄρθρου 16, ποὺ προβλέπει ὅτι ἡ τέχνη καὶ ἡ ἐπιστήμη, ἡ ἔρευνα καὶ ἡ διδασκαλία εἶναι ἐλεύθερες καὶ ὅτι ἡ ἀνάπτυξη καὶ ἡ προαγωγὴ τοὺς ἀποτελεῖ ὑποχρέωση τοῦ Κράτους. Ὡστόσο, τὸ δεύτερο ἐδάφιο τῆς παραγράφου διευκρινίζει ὅτι «ἡ ἀκαδημαϊκὴ ἐλευθερία καὶ ἡ ἐλευθερία τῆς διδασκαλίας δὲν ἀπαλλάσσονται ἀπὸ τὸ καθῆκον τῆς ὑπακοῆς στὸ Σύνταγμα». Ἐξάλλου, ἐν προκειμένω, δὲν τίθεται ζήτημα ἐλευθερίας καθὼς οἱ μεταπτυχιακὲς ἐργασίες καὶ οἱ διδακτορικὲς διατριβὲς εἶναι τίτλοι σπουδῶν ποὺ ἀπονέμονται ἀπὸ τὸ Πανεπιστήμιο στὸ πλαίσιο μιᾶς προκαθορισμένης διαδικασίας ἐξέτασης ἄρρηκτα συνδεδεμένης μὲ τὴν ἐπιστημονικὴ γλωσσικὴ ἐπάρκεια.


Ἡ διάταξη τοῦ ἄρθρου 9 παρ. 4 περ. γ’, ἐὰν τελικὰ ἰσχύει, πρέπει νὰ ἑρμηνευθεῖ συστατικά, διότι ἀποτελεῖ ἐξαίρεση στὸν γενικὸ κανόνα ὅτι ἡ ἑλληνικὴ παραμένει μόνη ἐπίσημη γλῶσσα τοῦ Κράτους. Ἔτσι, παρότι τὸ γράμμα τῆς διάταξης δὲν διακρίνει, ὁ σκοπός της ἐπιβάλλει ἐπὶ μέρους διακρίσεις, ὅπως π.χ. μεταξὺ ἀλλοδαπῶν καὶ ἡμεδαπῶν φοιτητῶν. Τοῦτο διότι ἡ ἐξωστρέφεια τῶν ΑΕΙ δὲν δικαιολογεῖ οὔτε τὴν ἐπιβράβευση τῆς φυγοπονίας (ἀποφυγὴ μεταφράσεως τῆς διεθνοῦς βιβλιογραφίας καὶ ὁρολογίας στὰ ἑλληνικὰ) οὔτε τὴν ἀνεύθυνη ὑπονόμευση τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας οὔτε βεβαίως τὴν θεσμικὴ καθιέρωση μιᾶς λανθάνουσας διγλωσσίας4. Ἀντιθέτως, κάθε ἑρμηνευτικὴ προσέγγιση ποὺ δὲν διακρίνει, δηλαδὴ ποὺ ἐφαρμόζει τὴν ἐπίμαχη διάταξη ἐπὶ παραδείγματι καὶ ἐπὶ Ἑλλήνων σπουδαστῶν, καταλήγει σὲ πολλαπλὰ ἄτοπα.


Κατὰ πρώτον, τὰ ἑλληνικὰ ΑΕΙ ἐπηρεάζονται ἢ καλύτερα ἐπαναπροσδιορίζονται συνολικά, ἐφ’ ὅσον τὸ εὖρος τῆς παρέκκλισης ἀπὸ τὸν κανόνα παραμένει ἐν πολλοῖς ἀκαθόριστο. Ἐν προκειμένω, δὲν διευκρινίζεται οὔτε σὲ ποιά γλῶσσα θὰ πραγματοποιεῖται ἡ ὑποστήριξη τῆς ξενόγλωσσης μεταπτυχιακῆς ἐργασίας ἢ διδακτορικῆς διατριβῆς οὔτε σὲ ποιά γλῶσσα θὰ τίθενται οἱ ἐρωτήσεις ἀπὸ τοὺς ἐξετάζοντες καθηγητὲς καὶ θὰ δίδονται οἱ ἀπαντήσεις ἀπὸ τοὺς ὑποψήφιους διδάκτορες.


Κατὰ δεύτερον, δημιουργοῦνται φοιτητὲς «δύο ταχυτήτων», ἐφ’ ὅσον ἐξουδετερώνεται ἡ οὐσιαστικὴ ἐξομάλυνση ποὺ ἐπέρχεται μὲ τὴν χρήση τῆς ἑλληνικῆς: τὸ παιδὶ τοῦ ἀγρότη καὶ τὸ παιδὶ τοῦ ὑπουργοῦ ἔχουν ἴδια πρόσβαση στὴν μόρφωση. Διαφορετικά, ἡ ταξικὴ διαστρωμάτωση ὀξύνεται, καθὼς ὁ ἀπόφοιτος τοῦ ξενόγλωσσου ἰδιωτικοῦ κολλεγίου εὐνοεῖται ὑπέρμετρα σὲ σχέση μὲ τὸν μαθητὴ τοῦ δημόσιου ἐπαρχιακοῦ λυκείου.


Τέλος, ὑπονομεύεται ἡ γλωσσικὴ ἰσοτιμία σὲ διεθνῆ fora, ὅπως ἡ Εὐρωπαϊκὴ Ἕνωση ἢ τὸ Δικαστήριο τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἕνωσης, ὅπου μέχρι τώρα τουλάχιστον νομοθετικὰ κείμενα καὶ δικαστικὲς ἀποφάσεις μεταφράζονται ἐπισήμως καὶ στὰ ἑλληνικά. Μὲ πρόσχημα, ὡστόσο, τὴν γενικευμένη οἰκονομικὴ κρίση καὶ ἐπιπρόσθετο ἐπιχείρημα τὸ ἁλυσιτελὲς τῆς προσπάθειας, «δεδομένου ὅτι οἱ Ἕλληνες πανεπιστημιακοὶ ἐπικοινωνοῦν ἄριστα μεταξύ τους σὲ ξένες γλῶσσες», ὑπάρχει κίνδυνος περικοπῆς τῆς «πολυτελοῦς» δαπάνης ὡς περιττῆς. Οἱ δυσμενεῖς συνέπειες γιὰ τὴν χώρα καὶ τὴν γλῶσσα εἶναι προφανεῖς.


Ἡ ἀπόφαση ποὺ ὁρίζει ὡς γλῶσσα συγγραφῆς μεταπτυχιακῆς ἐργασίας ἢ διδακτορικῆς διατριβῆς ἄλλη ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ ἀπαιτεῖ αἰτιολογημένη γνώμη τῶν ἁρμοδίων ὀργάνων προκειμένου νὰ αἰτιολογεῖται εἰδικῶς ἡ ἀνάγκη ἀπόκλισης ἀπὸ τὸν κανόνα τῆς χρήσης τῆς ἐπίσημης γλώσσας τοῦ κράτους, οὕτως ὥστε νὰ καθίστανται σαφεῖς, καὶ κατὰ συνέπεια ἀκυρωτικῶς ἐλεγκτέοι, οἱ εἰδικοὶ λόγοι ποὺ ἐπέβαλαν τὴν ἐπιλογὴ αὐτή.


Ἡ τελολογικὴ συστολὴ ὡς προσήκουσα ἑρμηνευτικὴ προσέγγιση προκρίνεται μὲ βάση τὸν σκοπὸ τῆς ρύθμισης, ὅπως σαφῶς ἐκφράστηκε ἀπὸ τὸν ἱστορικὸ νομοθέτη (α), καθὼς καὶ ἀπὸ ἐπιχειρήματα συστημικὰ (β) καὶ συγκριτικὰ (γ):


α) Κατὰ τὶς ἐργασίες ψήφισης τοῦ νόμου, ἀποκαλύφθηκε ἡ βούληση τοῦ ἱστορικοῦ νομοθέτη νὰ προσδιορίσει στενὰ τὸν σκοπὸ τῆς διάταξης. Θέτει ὅρια μὲ γνώμονα κριτήρια ὅπως ἡ ἀλλοδαπότητα, οἱ διεθνεῖς συνεργασίες ἢ ὁ ἰδιαίτερος χαρακτήρας τῶν ξενόγλωσσων φιλολογικῶν τμημάτων5. Πρόκειται γιὰ κριτήρια τὰ ὁποῖα οὔτε τὸ κύρος τοῦ ἑλληνικοῦ πανεπιστημίου ὑποβαθμίζουν, οὔτε τὸν κίνδυνο βαθμιαίου μαρασμοῦ τῆς ἐπιστημονικῆς λειτουργίας τῆς γλώσσας ἐμπεριέχουν6.


β) Σύμφωνα μὲ τὸ ἄρθρο 6 παρ. 2 περ. ε΄ τοῦ ν. 3685/2008, τὸ Σχέδιο Προγράμματος Μεταπτυχιακῶν Σπουδῶν περιλαμβάνει μεταξὺ τῶν ἄλλων στοιχείων ποὺ ἐξετάζονται ἀπὸ τὴν Συνέλευση Εἰδικῆς Σύνθεσης καὶ «τὰ μαθήματα, τὴν γλῶσσα διδασκαλίας καὶ τὴν διδακτική». Εἶναι πρόδηλο ὅτι εἰσάγεται ἡ δυνατότητα διδασκαλίας καὶ σὲ ἄλλες γλῶσσες πέραν τῆς ἑλληνικῆς. Εἶναι ἐπίσης πρόδηλο ὅτι πρόκειται γιὰ ἐξαίρεση στὸν γενικὸ κανόνα. Ὁ νεώτερος νόμος 4076/2012 μὲ τίτλο «Ρυθμίσεις Θεμάτων Ἀνωτάτων Ἐκπαιδευτικῶν Ἱδρυμάτων καὶ ἄλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α΄ 159) στὸ ἄρθρο 5 παρ. 8 διευκρινίζει ὅτι ἀπὸ τὴν δημοσίευσή του, «τμήματα τῶν ΑΕΙ δύνανται νὰ ὀργανώσουν αὐτοδύναμα ἢ νὰ συνδιοργανώσουν μεταξύ τους προγράμματα μεταπτυχιακῶν σπουδῶν μὲ γλῶσσα διδασκαλίας, ἐν ὄλω ἢ ἐν μέρει, κατ’ ἐξαίρεση, ξένη γλῶσσα». Ὁ ἐξαιρετικὸς χαρακτήρας τῆς διδασκαλίας σὲ ξένη γλῶσσα δηλώνεται ρητὰ πρὸς ἄρση ἐνδεχόμενων ἀμφισβητήσεων καὶ ἐπιβεβαιώνει ἐκ νέου τὸ περιορισμένο εὖρος ἐφαρμογῆς ὄχι μόνον τῆς συγκεκριμένης, ἀλλὰ καὶ ὅλων τῶν συναφῶν καινοτομιῶν.


γ) Πολὺ πρόσφατα (στὶς 28 τοῦ περασμένου Μαΐου) ἡ γαλλικὴ βουλὴ ἐνέκρινε τὴν διεύρυνση τῆς διδασκαλίας στὴν ἀγγλικὴ γλῶσσα στὰ πανεπιστήμια ἐν μέσω θύελλας ἑκατέρωθεν ἀντιδράσεων παρὰ τὶς τεθεῖσες προϋποθέσεις. Μὲ ψήφους 289 ἔναντι 248 υἱοθέτησε τὸν λεγόμενο νόμο Φιοραζὸ -ἀπὸ τὸ ὄνομα τῆς ὑπουργοῦ Ζενεβιὲβ Φιοραζὸ ποὺ τὸν πρότεινε- γιὰ «τὴν ἀνώτερη ἐκπαίδευση καὶ τὴν ἔρευνα». Κατὰ τὴν ὑπουργό, ὁ νέος νόμος ἀποβλέπει στὴν αὔξηση τῆς ἑλκυστικότητας τῶν γαλλικῶν πανεπιστημίων καὶ τὴν βελτίωση τῆς ἐπαγγελματικῆς ἐπιτυχίας τῶν σπουδαστῶν. Τὸ ἐπίμαχο ἄρθρο 2 τροποποίησε τὸ ἄρθρο Ν.121 τοῦ Κώδικα Ἐκπαίδευσης ποὺ ὅριζε τὴν γαλλικὴ ὡς γλῶσσα διδασκαλίας, διεξαγωγῆς τῶν ἐξετάσεων καὶ τῶν διαγωνισμῶν καὶ ἐκπόνησης τῶν διδακτορικῶν διατριβῶν καὶ τῶν διπλωματικῶν ἐργασιῶν, αὐξάνοντας τὶς ἤδη προβλεπόμενες ἑξαιρέσεις. Συγκεκριμένα, προσέθεσε τὴν περίπτωση διδασκαλίας ποὺ πραγματοποιεῖται στὸ πλαίσιο κάποιας συμφωνίας μὲ ἀλλοδαπὸ ἢ διεθνῆ φορέα ἀπὸ τοὺς προβλεπόμενους στὸ ἄρθρο Ν.123-7 ἢ στὸ πλαίσιο προγραμμάτων ποὺ τυγχάνουν εὐρωπαϊκῆς χρηματοδότησης. Παρὰ τὴν θέσπιση κριτηρίων ποὺ περιορίζουν τὴν εὐρεία χρήση της, ἡ διάταξη ἐπικρίθηκε σφοδρά, καθὼς θεωρήθηκε ὅτι ἡ ἐμπορευματοποίηση τῆς παιδείας θὰ ἐπιφέρει τὴν καταστροφὴ τῆς γαλλικῆς γλώσσας ὡς «ἀκατάλληλης» γιὰ τὸν ἀνταγωνιστικὸ κόσμο τῆς πώλησης ἐξειδικευμένων γνώσεων καὶ γιὰ τοῦτο ὅτι ἐπιβάλλεται νὰ ἀπορριφθεῖ τὸ ἀνταγωνιστικὸ μοντέλο γενικευμένης ἰδιωτικοποίησης ἀκόμη καὶ τομέων ὅπως ἡ ὑγεία, ἡ παιδεία καὶ ὁ πολιτισμός. Τὴν ἀντίθεσή τους ἐξέφρασαν πολλοὶ πνευματικοὶ ἄνθρωποι μὲ χαρακτηριστικὸ παράδειγμα τὸν Μπερνὰρ Πιβό. Κατὰ τὴν γνώμη του ἡ εἰσαγωγὴ στὰ πανεπιστήμια τῆς ἀγγλικῆς ὡς γλώσσας ἔκφρασης τῆς ἐπιστήμης καὶ τοῦ σύγχρονου κόσμου θὰ ἀκρωτηριάσει καὶ θὰ φτωχύνει τὴν γαλλικὴ ποὺ θὰ καταντήσει μία γλῶσσα κοινότοπη καὶ νεκρή. Στὶς 12 Φεβρουαρίου εἶχε προηγηθεῖ κατάθεση πρότασης νόμου ἀπὸ 36 σοσιαλιστὲς γερουσιαστὲς γιὰ «τὴν ἑλκυστικότητα τῶν γαλλικῶν πανεπιστημίων» στὸ ὁποῖο προβλεπόταν, εἰδικὰ γιὰ ὅσους φοιτητὲς δὲν εἶχαν ἐπαρκῆ γνώση τῆς γαλλικῆς, ἡ δυνατότητα σπουδῶν, διδασκαλίας, ἐξετάσεων καὶ σύνταξης ἐρευνητικῶν ἐργασιῶν σὲ μία ἄλλη γλῶσσα, ὁπότε ὅμως θὰ ἦσαν ὑποχρεωμένοι νὰ παρακολουθήσουν κύκλο μαθημάτων γαλλικῆς γλώσσας καὶ πολιτισμοῦ.


Ἡ προϊούσα κυριαρχία τῆς ἀγγλικῆς γλώσσας στὴν Εὐρώπη θέτει τὸ γενικότερο ἐρώτημα τῆς ἰσότιμης ἐπιβίωσης τῶν «μικρότερων» ἢ «μικρῶν» γλωσσῶν7. Βεβαίως, τὸ φαινόμενο ἔχει καὶ θετικὲς πλευρές, ὅπως ἡ εὐκολία τῆς ἐπικοινωνίας, ἡ εὐχέρεια τῶν συναλλαγῶν, ἡ ἐξοικονόμηση χρόνου καὶ χρήματος. Ὡστόσο, ἔντονη εἶναι ἡ ἀνησυχία γιὰ τὸν κίνδυνο γλωσσικοῦ καὶ πολιτιστικοῦ ἐπεκτατισμοῦ τῆς ἀγγλικῆς8. Μιὰ ἑνιαία γλῶσσα θὰ ἰσοπεδώσει τὶς διαφορετικὲς πολιτιστικὲς κληρονομιὲς καὶ θὰ καταδικάσει τὴ δημιουργικὴ σκέψη σὲ στειρότητα καὶ ὁμοιομορφία.


Ἡ ἄνευ προϋποθέσεων καὶ ὡς ἐκ τούτου ἀνεξέλεγκτη χρήση τῆς ἀγγλικῆς στὸ ἑλληνικὸ Πανεπιστήμιο κινδυνεύει νὰ μετατρέψει τὴν ἑλληνικὴ σὲ γλῶσσα δεύτερης κατηγορίας, μειωμένης, «ἐπαρχιακῆς», ἐμβέλειας, ἀποκομμένης ἀπὸ τὴν σύγχρονη ἐπιστημονικὴ ὁρολογία, μικρῆς ἀνταποδοτικότητας γιὰ ὅσους ἐπιδιώκουν διεθνεῖς σταδιοδρομίες. Σὲ κάθε περίπτωση θὰ ἀπολέσει μία βασικὴ λειτουργία της, τὴν μετάβαση ἀπὸ τὸ ἐγὼ στὸ ἐμεῖς, δηλαδὴ τὴν ἔκφραση τῆς συλλογικῆς ταυτότητας. Τὸ θέμα εἶναι κυρίως πολιτικὸ παρὰ τὴν σημαντικὴ νομική του διάσταση. Πάντως, de lege ferenda, ἐν ὄψει μάλιστα τῆς συνταγματικῆς ἀναθεώρησης, ἡ ρητὴ πρόβλεψη στὸν ἴδιο τὸν καταστατικὸ χάρτη γιὰ τὴν προστασία τῆς ἐθνικῆς ταυτότητας καὶ τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας προκρίνεται ὄχι ἁπλῶς ὡς θεμιτὴ ἀλλὰ ὡς ἀναγκαία.

 

* Τὸ ἄρθρο αὐτὸ ἀποτελεῖ ἐπαυξημένη καὶ βελτιωμένη μορφὴ ἐκείνου ποὺ δημοσιεύτηκε στὸ περιοδικὸ Οὐτοπία, τ. 103 (Μάρτιος-Ἀπρίλιος 2013), σ. 33-37. Ἡ παροῦσα μορφὴ ἀποτυπώνει τὴν συμβολὴ τῆς συγγραφέως στὴν ἀνοιχτὴ συζήτηση μὲ θέμα: «Ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα στὴν ἀνώτατη ἐκπαίδευση, στὴν ἐπιστήμη καὶ στὴν τεχνολογία – Ἐθνικὴ καὶ διεθνὴς διάσταση», ἡ ὁποία πραγματοποιήθηκε τὴν 9η Νοεμβρίου 2013 στὴν Ἀθήνα στὸ πλαίσιο τοῦ 9ου Συνεδρίου «Ἑλληνικὴ Γλῶσσα καὶ Ὁρολογία» ποὺ ὀργάνωσαν ἡ Ἑλληνικὴ Ἐταιρεία Ὁρολογίας καὶ τὸ Ἐθνικὸ καὶ Καποδιστριακὸ Πανεπιστήμιο Ἀθηνῶν.

 

 


1. Wittgenstein Ludwig, Tractatus Logico-Philosophicus, μετ. Θανάσης Κιτσόπουλος, ἐπιμ. Ζήσιμος Λορεντζάτος, Ἀθήνα: Παπαζήσης, 1978.
2. Βλ. καὶ ἄρθρο 1§4 Ν.1566 τῆς 30/30.9.1985 μὲ τίτλο «Δομὴ καὶ λειτουργία τῆς πρωτοβάθμιας καὶ δευτεροβάθμιας ἐκπαίδευσης καὶ ἄλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α΄167) τὸ ὁποῖο ὁρίζει ὅτι: «γλῶσσα διδασκαλίας, ποὺ ἀποτελεῖ καὶ ἀντικείμενο συστηματικῆς διδασκαλίας καὶ γλῶσσα τῶν διδακτικῶν βιβλίων τῶν μαθητῶν καὶ τῶν ἐκπαιδευτικῶν εἶναι ἡ δημοτική, ὅπως διαμορφώνεται ἀπὸ τὸν λαὸ καὶ τὴν δόκιμη λογοτεχνία, χωρὶς τὴν αὐτούσια μεταφορὰ ξένων λέξεων». Βλ. ἐπίσης εἰδικὴ μνεία καὶ στὰ ἄρθρα 3§1γ΄, 4§1δ΄, 5§1γ΄, 6§2ε΄ γιὰ τὰ νηπιαγωγεῖα, δημοτικά, γυμνάσια καὶ λύκεια ἀντίστοιχα.
3. βλ. τὴν Διοικ. Ἐφ. Χανίων 115/2012, σελ. 488, σχόλιο Π. Νικολόπουλου.
4. Πβ. Γεωργίου Μπαμπινιώτη, «Τὴν γλῶσσα» δὲν «ἔδωσαν ἑλληνικὴ» στὸ Πανεπιστήμιο τῆς Κύπρου;» στὸ Ἡ γλῶσσα ὡς ἀξία. Τὸ Παράδειγμα τῆς ἑλληνικῆς, Ἀθήνα: Gutenberg, 1994, σελ. 224.
5. Εὐριπίδης Στυλιανίδης: «Ἕνα ἄλλο ἐνδιαφέρον στοιχεῖο ποὺ ἐμπεριέχεται στὸ νομοσχέδιο εἶναι ἡ δυνατότητα […] κατὰ τὴν συγγραφὴ τῶν διδακτορικῶν νὰ χρησιμοποιεῖται καὶ μία ξένη γλῶσσα. Αὐτὸ διευκολύνει τὰ ἑλληνικὰ Πανεπιστήμια καὶ ΤΕΙ νὰ προχωρήσουν σὲ διεθνεῖς συνεργασίες ἢ τοὺς ἐπιτρέπει νὰ προσελκύσουν ξένους φοιτητὲς στὴν Ἑλλάδα» (Πρακτικὰ Βουλῆς, Ὁλομ., συνεδρίαση ΡΟΔ’, 26 Ἰουνίου 2008, σελ. 12496)· Ἀναστάσιος Κουράκης: «Ἐμεῖς θεωροῦμε ὅτι μόνο κατ’ ἐξαίρεση-παραδείγματος χάριν στὰ τμήματα ξένων φιλολογιῶν- καὶ μὲ αἰτιολογημένη γνώμη τῶν ἁρμοδίων ὀργάνων θὰ πρέπει νὰ ὁρίζεται ὡς γλῶσσα […] συγγραφῆς μεταπτυχιακῆς ἐργασίας ἢ διδακτορικῆς ἄλλη ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ» (Πρακτικὰ Βουλῆς, ὄπ. παρ., σελ. 12533).
6. Ἀναστάσιος Κουράκης: «… εἶναι λάθος νὰ ἐπιμείνουμε νὰ μπορεῖ νὰ γράφεται τὸ διδακτορικὸ σὲ ὁποιαδήποτε ἄλλη γλῶσσα πέραν τῆς ἑλληνικῆς, γιατὶ αὐτὸ τὸ γεγονὸς ὑποβαθμίζει τὸ κύρος τῶν ἑλληνικῶν πανεπιστημίων καὶ κινδυνεύει νὰ ὁδηγήσει βαθμιαία στὸν μαρασμὸ τῆς ἐπιστημονικῆς διάστασης τῆς λειτουργίας τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας. Εἶναι ἀπαράδεκτο τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἔρευνας ποὺ γίνεται σὲ ἑλληνικὸ ἵδρυμα νὰ μὴν εἶναι προσβάσιμα σ’ ὅλους τοὺς Ἕλληνες πολίτες στὴν μητρική τους γλῶσσα» (Πρακτικὰ Βουλῆς, ὄπ. παρ., σελ. 12532-12533).
7. Ἀστέριος Ροντούλης: «… σὲ μία ἐποχὴ παγκοσμιοποίησης, ποὺ οἱ ἐθνικὲς γλῶσσες ἰδιαιτέρως μικρῶν ἐθνῶν ὑφίστανται μεγάλη πίεση, εἶναι τουλάχιστον προσβλητικὸ γιὰ τὸ ἑλληνικὸ πανεπιστήμιο νὰ μπορεῖ νὰ ἐκπονηθεῖ διδακτορικὴ διατριβὴ ἢ μεταπτυχιακὴ ἐργασία σὲ μία ἄλλη γλῶσσα πλὴν τῆς ἑλληνικῆς» (Πρακτικὰ Βουλῆς, ὄπ. παρ., σελ. 12533).
8. Βλ. ἐνδεικτικὰ Fritz Nies, L’ Europe penseen plusieurs langues/Europa denkt mebrspraschig, Tudingen: Narr 2005 καὶ Serge Halimi, «Contre la langue unique», Le monde diplomatique Νο 711, juin 2013.

 

 

 

* Ἡ Ἰωάννα Ν. Κονδύλη εἶναι Ἐπίκουρη Καθηγήτρια Ἀστικοῦ Δικαίου Νομικῆς Σχολῆς Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν.

Σχεδιασμός και Κατασκευή
JIT