ΤΟΛΙΑ ΑΡΙΣΤΕΑ

 

ΑΙΓΙΝΑ 21.06.2015

Κάθε λαὸς διαμορφώνει ὁρισμένη σταθερὴ γνώμη γιὰ τὴν ἐξωτερικὴ μορφὴ τῆς γλώσσας του γιὰ τὴν ὁποία ἀποκτᾶ ἰδία συνείδηση ὀπτικὴ καὶ ἀκουστική, ἀπὸ τὴν ὁποία γεννιέται ἴδιον γλωσσικὸ συναίσθημα. Τὸ γλωσσικὸ αὐτὸ συναίσθημα κάθε λαοῦ σὲ συνδυασμὸ μὲ τὴν θρησκεία καὶ μὲ τὶς πατροπαράδοτες φυλετικὲς καὶ οἰκογενειακὲς παραδόσεις ἀποτελοῦν τὸν ἐθνισμό του. Ἡ γλωσσικὴ ἱστορία κάθε λαοῦ εἶναι συνυφασμένη μὲ τὴν πολιτική του ἱστορία, πρόκειται γιὰ φαινόμενο παγκόσμιο καὶ γιὰ λαοὺς μὲ μακρόχρονη ἱστορία ἀλλὰ καὶ γιὰ λαοὺς ποὺ οἱ ρίζες τους δὲν βρίσκονται στὰ βάθη τῶν αἰώνων. Ὁ ἑλληνικὸς λαὸς εἶναι ἕνα χαρακτηριστικὸ παράδειγμα αὐτῆς τῆς παράλληλης πορείας.


Ἡ Ἑλληνικὴ Γλῶσσα ἀπὸ τὴν ἐμφάνισή της μέχρι σήμερα ἔχει μία ἀδιάκοπη πορεία καὶ εἶναι ἕνα πειστικὸ καὶ σπανιότατο παράδειγμα συνέχειας καὶ συνάφειας τὰ δὲ ἱστορικὸ-πολιτικὰ γεγονότα ὁρίζουν τὸ διάγραμμα καὶ τοὺς συμβολικοὺς σταθμούς της. Μαρτυρεῖται ἀπὸ τὰ ὁμηρικὰ ἔπη καὶ τὶς ἀττικὲς τραγωδίες ὡς τὶς ἐπιστολὲς τῶν ἑλληνιστικῶν παπύρων καὶ τὶς παραβολὲς τῶν Εὐαγγελίων, ἀπὸ τὰ ἀκριτικὰ τραγούδια ἕως τὰ δημοτικὰ μοιρολόγια, ἀπὸ τὰ ἀφηγήματα τοῦ Μακρυγιάννη ἕως τὸν σημερινὸ λαϊκὸ καὶ ἔντεχνο λόγο. Ἐπειδὴ ἡ γλῶσσα δὲν μπορεῖ καὶ δὲν πρέπει νὰ ἰδωθεῖ ἀποκομμένη καὶ ἀπὸ τὸ πολιτισμικὸ σύστημα στὸ ὁποῖο ἐντάσσεται καὶ τὸ ὁποῖο τὴν παρήγαγε, δὲν πρέπει νὰ ἀποσυνδέεται ἀπὸ τὶς ἰδεολογικές, ἀξιακὲς καὶ πνευματικὲς ζυμώσεις τῆς ἑκάστοτε ἐποχῆς. Ἄλλωστε, αὐτὸ τὸ ἱστορικὸ δεδομένο, ἡ συνέχεια τῆς γραπτῆς μας γλώσσας ποὺ εἶναι τὸ ἀναμφισβήτητο στοιχεῖο τῆς ἱστορικῆς, πνευματικῆς καὶ συνειδησιακῆς συνέχειας τοῦ Ἑλληνισμοῦ μᾶς διακρίνει καὶ ἀπὸ τὰ λοιπὰ μέλη τῆς Ε.Ε. Οἱ Ἕλληνες ἦταν πάντα Ἕλληνες, ξεκίνησαν μὲ τὴν κατάκτηση τῆς Τροίας, γοήτευσαν τοὺς Ρωμαίους, οἱ ὁποῖοι ὑπέκυψαν στὴν λογοτεχνία καὶ τὴν τέχνη τους καὶ δημιούργησαν μία συναφῆ λογοτεχνία. Οἱ Σλάβοι ἐξελληνίστηκαν, μετέφραζαν τὰ ἑλληνικὰ κείμενα καὶ δημιούργησαν μία πανομοιότυπη λογοτεχνία. Στὸν Μεσαίωνα τῆς Δύσης ἐξαπλώνονταν οἱ μεταφράσεις τῶν Ἑλληνικῶν, ἡ ἐπίδραση συνεχίστηκε καὶ ἀψευδὴς μάρτυρας εἶναι σήμερα σημαντικὸ μέρος τοῦ διεθνοῦς λεξιλογίου, κυρίως τῶν εὐρωπαϊκῶν γλωσσῶν, ποὺ ἔχει σχέση μὲ τὴν καλλιτεχνική, ἐπιστημονική, οἰκονομική, πνευματική, ἰατρική, πολιτική, θρησκευτικὴ ζωή. Μὲ ἄλλα λόγια ἡ δομὴ σχεδὸν ὅλης τῆς κοινωνικῆς, πολιτικῆς καὶ πνευματικῆς ζωῆς προέρχεται ἀπὸ τὰ Ἑλληνικὰ εἴτε στὴν κυριολεξία εἴτε στὴν σημασία εἴτε στὴν χρήση στοιχείων σύνθεσης καὶ παραγωγῆς στὴν ἀρχὴ ἢ στὸ τέλος τῶν λέξεων. Μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο οἱ εὐρωπαϊκὲς γλῶσσες ἔχουν πλησιάσει ἡ μία τὴν ἄλλη λεξιλογικά. Ὅπως ἐπίσης ἀνάλογη προσέγγιση ὑπάρχει καὶ στὰ λογοτεχνικὰ καὶ ποιητικὰ εἴδη καὶ σὲ ὅλη τὴν πνευματική τους παρουσία.


Ἔτσι εἶναι, στὶς μέρες μας τὰ ναυαγισμένα πλοῖα ποὺ ἀνασύρθηκαν μιλοῦν γιὰ θαλάσσιο ἐμπόριο 2000 χρόνια π.Χ. γιὰ ἔργα τέχνης, ἐμπορεύματα, ἀλλὰ ὄχι μόνο, μαζὶ μὲ αὐτὰ ταξίδευαν οἱ θεοί, ἡ γλῶσσα, τὸ ἀλφάβητο, οἱ ἑλληνικὲς διάλεκτοι, οἱ μῦθοι, οἱ ἥρωες, ὁ Ἡρακλῆς καὶ οἱ ἆθλοι του, ὁ μυθικὸς Ἄτλας, μαζὶ ταξίδευαν διάνοια καὶ λόγος, σκέψη καὶ γλῶσσα, καὶ ἡ πλατωνικὴ ρήση διάνοια καὶ λόγος ταύτον.(Σοφιστής).


Ἂς ἐπιστρέψω στὴν σημερινὴ πραγματικότητα: Ἡ ἱδρυτικὴ συνθήκη τῆς Ε.Ε. ὅριζε ὅτι σέβεται τὴν ἐθνικὴ ταυτότητα τῶν κρατῶν-μελῶν της. Αὐτὸ τὸ σημεῖο τῆς διακήρυξης ἐξυπακούεται ὅτι δὲν εἶναι ἐγγύηση γιὰ τὴν προστασία, τὴν συνέχεια, τὴν ἐπιβίωση τῆς ἐθνικῆς ταυτότητας ἑκάστου μέλους. Τὸ θέμα αὐτὸ εἶναι καθαρὰ καὶ ἀποκλειστικὰ εὐθύνη, ὑποχρέωση, καθῆκον τοῦ λαοῦ ἑκάστου κράτους-μέλους, τῆς πολιτικῆς καὶ πνευματικῆς ἡγεσίας του.


Δίνουμε τὴν ἐντύπωση ὅτι ὁ πολιτισμικὸς συγκρητισμὸς μᾶς φοβίζει. Ἀσφαλῶς δείχνει ἀπειλητικός, ἀφοῦ ὁ δυτικὸς πολιτισμὸς προσπαθεῖ νὰ μᾶς ἀφομοιώσει, αὐτὸ ὅμως γίνεται μόνο ἂν τὸ ἐπιτρέψουμε. Ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος ἡ ἑλληνικότητα μὲ τὴν διαλεκτικὴ τῶν ἰδεῶν ἕλκει καὶ δημιουργεῖ πολιτιστικὲς ἐπιμειξίες. Ἡ εὐρωπαϊκὴ ὁλοκλήρωση δὲν σημαίνει ἀπαραίτητα καὶ εὐρωπαϊκὴ ἀφομοίωση. Δὲν συμμερίζομαι αὐτὴ τὴν θέση, διότι ἡ Ἑλλάδα ἔχει πρόταση ζωῆς, πρόταση στηριγμένη στὴν ταυτότητά της, στὴν μακραίωνη ἱστορικὴ τῆς συνέχεια, στὴν γεωγραφική της θέση. Τὶ λείπει; Γνωστικὴ πορεία πρὸς τὸ αὔριο.


Διερωτῶμαι: οἱ ἀλλαγὲς ποὺ προέκυψαν ἀπὸ τὰ ἐπιστημονικὰ ἐπιτεύγματα συνεξετάστηκαν μὲ ἰδεολογικοὺς καὶ οἰκονομικοὺς παράγοντες; μήπως μὲ τὸ πέπλο τῆς ἐπιστημονικῆς καὶ τεχνολογικῆς προόδου «καλύφθηκε» ἡ διαφαινόμενη προσπάθεια ἀποσύνθεσης τοῦ συστήματος ἀξιῶν καὶ ἰδεῶν ποὺ ὑπῆρξε ἡ βάση τῆς δυτικοευρωπαικῆς ἄποψης – ἀντίληψης γιὰ τὴν ζωή, ἀντίληψη ποὺ κληρονομήθηκε ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ ἀρχαιότητα; Ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ πολιτικὴ σκέψη ποὺ ταυτίζει τὴν ἠθικὴ μὲ τὴν πολιτική. Αὐτὲς οἱ ἐγγραφὲς εἶναι ἄρρηκτα συνδεδεμένες στὴν ψυχὴ τοῦ λαοῦ, ποὺ καλὰ γνωρίζει ὅτι οἱ παγκόσμιες ἀνακατατάξεις δὲν θὰ μποροῦσαν νὰ μειώσουν τὴν ἑνιαία Ἑλληνικὴ Γλῶσσα οὔτε νὰ πλήξουν τὸ ἰδανικὸ τῆς ἐλευθερίας. Ὁ Ἕλληνας δὲν μετακινεῖται ἀπὸ τὸ «Μήγαρις ἔχω ἄλλο στὸ νοῦ μου, πάρεξ ἐλευθερία καὶ γλῶσσα;» τοῦ Διον. Σολωμοῦ (Διάλογος).


Ἡ στέρεα γνώση τῆς γλώσσας θὰ ΄ναι ἡ καλύτερη ἀντίσταση στὴν διαφαινόμενη προσπάθεια ἰσοπέδωσης. Ἡ ὑψηλὴ γλωσσικὴ παιδεία σημαίνει ὕπαρξη καὶ ποιότητα παιδείας.


Ἃς δοῦμε τὴν γλῶσσα στὴν πολιτικὴ: πρόκειται γιὰ τὸν πολιτικὸ λόγο ποὺ διέπεται ἀπὸ ἰδιαίτερους κανόνες θὰ λέγαμε ποὺ θεωροῦνται κάθε φορὰ κατάλληλοι γιὰ δεδομένη στιγμή, δηλαδὴ ἀκροατήριο, χῶρο, χρόνο, γεγονός, ἀφορμή, σκοπιμότητα ποὺ ὑποβάλλονται κάθε φορὰ ἀπὸ συγκεκριμένη ὀπτικὴ τοῦ γεγονότος: συνέντευξη, κοινοβουλευτικὴ ὁμιλία, προεκλογικὴ ὁμιλία, διαχείριση πολιτικῆς κρίσης κ.ἄ. Γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση ὅλων αὐτῶν τῶν πρακτικῶν τῆς πολιτικῆς ἀπαιτεῖται κατ' ἀρχὴν ὁ λόγος, ἡ ἱκανότητα συνδυασμοῦ τῶν λέξεων προκειμένου ὁ ὁμιλῶν νὰ κοινοποιήσει τὶς θέσεις του γιὰ τὸ πολιτικό του πρόγραμμα ἢ γιὰ τὸν τρόπο ποὺ ἀσκεῖ ἢ θὰ ἀσκήσει ἐξουσία ἀλλὰ καὶ ἡ δυνατότητα ποὺ δίνει γιὰ τὴν ἀναγνώριση τῶν ἐννοιῶν ποὺ ἀκούει ὁ ἀκροατὴς ἢ ὁ συνομιλητής. Σχεδὸν πάντα παροῦσα ἡ διπλὴ γλῶσσα, ὑπεκφυγές, δὲν ξέρω, δὲν ἄκουσα, δὲν εἶδα, ἢ δῆθεν ἀνάληψη εὐθύνης γιὰ τὰ διάφορα δεινὰ σὰν νὰ μὴν εἶναι ὁ ὁμιλὼν ἐξουσία, σὰν νὰ εἶναι στὴν ἀπέναντι ὄχθη, μέρος τῶν πολλῶν, θεωρεῖ ὅτι τὰ γεγονότα ἔγιναν γιὰ κάποιο ἀπροσδιόριστο λόγο, ποὺ ἡ ἐξουσία τί μποροῦσε νὰ κάνει!


Θὰ μπορούσαμε νὰ σκεφθοῦμε γιὰ λίγο ὅπως ἕνας πολιτικὸς ποὺ θέλει νὰ μιλήσει ἀλλὰ μὲ τέτοιο τρόπο, ὥστε τὸ κοινό του νὰ συναινέσει στὸν ἐπιδιωκόμενο στόχο του. Ἂς ποῦμε ὅτι ἐπίκειται μία ἀλλαγὴ σὲ θέματα ἀνάπτυξης ποὺ θὰ καταλήξουν σὲ ἕναν φόρο ποὺ θὰ πρέπει νὰ πληρώσει ὁ ἐργαζόμενος ἢ ὁ ἐργοδότης ἢ καὶ οἱ δύο μαζί. Ἂς μοῦ ἐπιτραπεῖ γιὰ μία τέτοια ὑποτιθέμενη περίπτωση νὰ κάνω μία ξύλινη παράγραφο!


Κυρίες καὶ κύριοι, τὸ δυνάμωμα καὶ ἡ ἐπέκταση τῶν δομῶν ἀποτελοῦν μία πολὺ σημαντικὴ βάση γιὰ ἕνα καινούργιο μοντέλο ἀνάπτυξης. Δὲν πρέπει ὅμως νὰ μᾶς διαφεύγει ὅτι ἡ παροῦσα δομὴ τοῦ συστήματος βοηθάει ἀποφασιστικὰ στὴν προσπάθεια νὰ στερεώσουμε τὶς ὑπάρχουσες οἰκονομικὲς συνθῆκες καὶ τὸ θεσμικὸ πλαίσιο.


Εἶναι φανερὸ ὅτι μία ἀπὸ τὶς κατακτήσεις τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ὁ λόγος. Τὰ λόγια ἔχουν τὴν δύναμη νὰ οἰκοδομοῦν, νὰ δημιουργοῦν ἀλλὰ καὶ νὰ καταστρέφουν, νὰ γκρεμίζουν. Ὁ λόγος ὑπάρχει γιὰ νὰ μᾶς βοηθάει νὰ ὀργανώνουμε τὸν κόσμο μας καὶ νὰ δημιουργοῦμε συνθῆκες συνύπαρξης. Ἑπομένως πρέπει νὰ συζητᾶμε μὲ εἰλικρίνεια, νὰ ἀλληλοσυμπληρώνουμε ἀπόψεις, σκέψεις, ἐπιδιώξεις, παρὰ νὰ ὑψώνουμε ἀόρατα τείχη ἀπομόνωσης καὶ νὰ προσπαθοῦμε νὰ συντηροῦμε τὸν μῦθο τοῦ ἀνέφικτου ἀλλὰ ἑλκυστικοῦ ἀκουστικά. Ὁ σωστὸς λόγος τὴν κατάλληλη στιγμὴ γκρεμίζει τὴν ἄρνηση καὶ τὴν ἀπομόνωση, γεφυρώνει τὰ χάσματα, γεμίζει τὰ κενά.


Πιστεύω ὅτι ἡ γλῶσσα τῆς ἐξουσίας μὲ τὸν δικό της κώδικα μπορεῖ νὰ φέρει σὲ ἀμηχανία τὸν ἀναγνώστη ἢ τὸν ἀκροατὴ. Ἡ συνθετότητα λοιπὸν τοῦ πλαισίου καὶ τῆς λειτουργίας τῆς σημερινῆς κοινωνίας καθιστᾶ τὸ ἄτομο-μέλος της ὅλο καὶ πιὸ ἀνήμπορο νὰ ἀντιμετωπίσει μόνο του τὶς δυσκολίες ποὺ δημιουργεῖ τὸ ἴδιο τὸ πολιτικὸ-κοινωνικὸ σύνολο. Ἡ γενικότερη σύγχυση τῶν καιρῶν μας, ἡ ρευστότητα, ἡ συνεχὴς ἀλλαγὴ ἀξιῶν, παραδοχῶν, ἰδεῶν μᾶς ὁδηγοῦν σὲ κατάσταση ἀμφισβήτησης καὶ ἀδιεξόδου. Ἡ ἀγορὰ ἐργασίας γίνεται ὅλο καὶ πιὸ ἀπρόβλεπτη καὶ δυσκολεύει τὴν προσαρμογὴ τῶν νέων κυρίως. Ἡ πρόταση ἀντιμετώπισης ὅλων αὐτῶν εἶναι ἡ ἀναπροσαρμογὴ τῆς σχέσης τῶν νέων κυρίως μὲ τὸ ἐκπαιδευτικὸ σύστημα. Δὲν ἐννοῶ στὸ σημεῖο αὐτὸ «στενὰ» μόνο τὸ σχολικὸ κτλ ἐκπαιδευτικὸ πρόγραμμα, ἀλλὰ τὴν συμβουλευτικὴ παρέμβαση ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ βοηθήσει τὸ ἄτομο νὰ διασαφηνίσει τὸ πρόβλημα καὶ τὴν ἀντίθεσή του, νὰ ἀπελευθερωθεῖ ἀπὸ τὴν ἄγνοια, νὰ γνωρίσει τὸν ἑαυτόν του, νὰ μάθει νὰ ἐπιστρατεύει τὸ συνειδητὸ τοῦ ἐγὼ γιὰ τὴν ἀνάγνωση τῶν προβλημάτων. Εἶναι καλύτερο νὰ μὴν ἀποδεχόμαστε παθητικὰ ἀλλὰ νὰ συζητᾶμε γιατὶ μόνο ἔτσι θὰ πάψουμε νὰ συντηροῦμε τὸν μῦθο τῆς τελειότητας σὲ κάθε ἐπίπεδο ἐπικοινωνίας, ἀλλὰ καὶ τὴν αὐθεντία τοῦ ἑνός.


Στήν ἰδανικὴ κοινωνία τῶν μελισσῶν ὅπως ὁ Βιργίλιος τὴν παρουσιάζει στὰ Γεωργικὰ (4.175-6), ἡ ἀτομικότητα θυσιάζεται στὸν βωμὸ τοῦ κοινωνικοῦ ἀγαθοῦ. Ἀποκαλεῖ τὶς μέλισσες Quirites, μὲ τὸ ὄνομα τῶν Ρωμαίων πολιτῶν, καὶ ὑποδηλώνει τὴν ἰδανικὴ κοινωνία τῶν Ρωμαίων, τονίζει τὸ προσωπικὸ ἀνιδιοτελὲς καθῆκον. Οἱ στίχοι αὐτοὶ ἀντιπαρατίθενται σὲ πλῆθος χωρίων Ἑλλήνων καὶ Ρωμαίων ποιητῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπανειλημμένα ὅρισαν τὸν πόθο γιὰ ἀπόκτηση πλούτου ὡς τὴν ρίζα κάθε δεινοῦ ποὺ μαστίζει τὴν ἀνθρωπότητα. Ἂς συνεχίσουμε τὴν ὑποτιθέμενη πολιτική μας ὁμιλία:


Περιττεύει νὰ ὑπογραμμίσω τὴν σημασία αὐτῶν τῶν στοιχείων, γιατὶ ἡ πραγμάτωση τῶν στόχων ποὺ ἔχουμε θέσει, ἐγγυᾶται τὴν εὐρύτερη δυνατὴ ἀπήχηση ὥστε νὰ ἐπεξεργαστοῦμε τὶς νέες τάσεις καὶ κατευθύνσεις ἀπέναντι στὴν πρόκληση τῶν καιρῶν.


Στὸ παράδειγμα αὐτὸ δίνεται ἡ ἐντύπωση ὅτι ὁ πολιτικὸς λόγος ἀπευθύνεται στὴν λογική μας, στὴν πραγματικότητα ὅμως δὲν ἰσχύει αὐτό, ἀφοῦ στὴν οὐσία δὲν ἐπιτρέπει τὴν ὀρθολογικὴ ἀνάλυση τοῦ λόγου, ἡ ὁποία θὰ μποροῦσε νὰ θέσει ὑπὸ ἀμφισβήτηση τὴν μοναδικὴ ἀλήθεια ποὺ ὁ πολιτικὸς λόγος διατείνεται ὅτι πρεσβεύει. Ὅλοι οἱ ὁμιλητὲς κάνουν συγκεκριμένες ἐπιλογὲς λεξιλογίου καὶ γραμματικῆς. Αὐτὲς οἱ ἐπιλογὲς ὑποβάλλουν μία συγκεκριμένη ὀπτικὴ τῆς πραγματικότητας καὶ ἀποκλείουν ἄλλες, οἱ ὁποῖες θὰ προέκυπταν ἂν οἱ ἐπιλογὲς τῶν ὁμιλητῶν ἦταν διαφορετικές. Ἡ ἐπιλογὴ τοῦ ξύλινου πολιτικοῦ λόγου εἶναι μία διαχρονικὴ πρακτική, μία πρακτικὴ ποὺ γοητεύει τὸν ἀκροατή, καὶ δίνει «ἀξία» στὸν ὁμιλητή.


Ἕνα ἀκόμα παράδειγμα ἀπὸ δημοσιευμένο ἔργο πολιτικοῦ λόγου: ἕνα ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ «Πιστεύω» τοῦ δικτάτορα Γ. Παπαδόπουλου:


Ἡ μέθοδος διὰ τὴν πορείαν μας πρὸς τὸ ἰδανικὸν εἶναι νὰ συρρικνώσωμεν τὸ στοιχεῖον τοῦ ψυχισμοῦ ἀπὸ τὸ δίπτυχον τῆς προσωπικότητός μας καὶ ἐν ψυχρῷ ἀπολύτως, μὲ ὁδηγὸν τὸν λόγον, νὰ τοποθετήσωμεν τὸν ἑαυτόν μας εἰς τὴν α ἢ β θέσιν τοῦ διπτύχου.
Παραδείγματα τέτοιου εἴδους πολιτικοῦ λόγου διαχρονικὰ ὑπάρχουν, καὶ θὰ ὑπάρχουν ὅσο οἱ πολιτικοὶ ἐλπίζουν στὴν ἀνοχὴ τῶν πολιτῶν.


Ἡ γλῶσσα τῆς πολιτικῆς σὲ ὅλη τὴν πολιτικὴ ἱστορία μας κινεῖται στοὺς ἴδιους ἄξονες περίπου καὶ ἀκολουθεῖ τὴν νόρμα τοῦ γραμματειακοῦ εἴδους στὸ ὁποῖο ἐντάσσεται.


Ἂς δοῦμε ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴν ἱστορικὴ ὁμιλία τοῦ Ἐλ. Βενιζέλου στὸ Σύνταγμα, στὶς 5 Σεπτεμβρίου 1910:
Κυβέρνησις καταναλίσκουσα τὸ πλεῖστον τῆς δραστηριότητος τῆς οὐχὶ εἰς προαγωγὴν τῶν δημοσίων συμφερόντων, ἀλλ' εἰς τὴν ἱκανοποίησιν, ὡς ἐπὶ τὰ πολλά, ἀθέμιτων ἀξιώσεων, δι' ὧν διενεργεῖται ἡ συναλλαγὴ μεταξὺ ἐκλογέως καὶ βουλευτοῦ ἀφ' ἑνός, μεταξὺ βουλευτοῦ καὶ Κυβερνήσεως ἀφ' ἑτέρου, ἥτις Κυβέρνησις διὰ τοῦτο, πλὴν τοῦ προέδρου αὐτῆς, ἀπετελεῖτο, ὡς ἐπὶ τὰ πολλά, οὐχὶ ἐκ τῶν ἱκανωτάτων πρὸς ἐξυπηρέτησιν τοῦ δημοσίου συμφέροντος, ἀλλ' ἐκ τῶν ἐπιτηδειοτάτων, ὅπως ἐξυπηρετήσωσι τὰς ἀνάγκας τῆς συναλλαγῆς. Ἀντιπολίτευσις εἰς οὐδὲν συνήθως ἄλλο ἀποβλέπουσα ἢ τὴν κάλυψιν τῆς Ἀρχῆς, χάριν τῆς ὁποίας ἐθυσιάζετο πολλάκις πάσα ἄλλη ἀρχὴ καὶ κάθε ἄλλο συμφέρον τοῦ Κράτους. Νόμος ἀποβὰς ἱστὸς ἀράχνης, δυνάμενος μὲν νὰ συλλαμβάνη τοὺς ἀσθενεστέρους, ἀλλὰ κατασχιζόμενος θρασέως ἀπὸ πάντα ἰσχυρόν. [...]


Τὸ παραπάνω κείμενο χωρὶς φανερὸ σὲ πρῶτο πλάνο τὸν καταγγελτικό του λόγο στὴν οὐσία στηρίζει τὶς θέσεις του μὲ ἀρνήσεις σὲ ἐπιλεγμένη θέση. Ἡ μορφὴ τοῦ πολιτικοῦ λόγου δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ἐξετασθεῖ μὲ ἐπιστημονικὰ καὶ ἐκπαιδευτικὰ κριτήρια, ἀλλὰ εἶναι φυσικὸ νὰ ὑπεισέρχεται ἡ πολιτικὴ σκοπιμότητα.


Θὰ προχωρήσω 10 χρόνια ἀργότερα στὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐκλογῶν ὅπου νικητὴς ἀναδείχθηκε ἡ Ἡνωμένη Ἀντιπολίτευσις, ἐνῶ ὁ ἴδιος ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος, ποὺ πρὶν λίγους μῆνες ἡ Βουλὴ τὸν εἶχε ἀνακηρύξει «ἄξιον τῆς Ἑλλάδος εὐεργέτην καὶ σωτῆρα τῆς πατρίδος», δὲν ἐκλέχθηκε οὔτε βουλευτής.


Αὐτὸ ἀσφαλῶς ἀνήκει στὴν πολιτικὴ ἱστορία τοῦ ἔθνους, ἀλλὰ ἡ Ἑλληνικὴ Γλῶσσα ἀκολούθησε καὶ ἀκολουθεῖ τὴν πορεία καὶ τὴν μοῖρα τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους. Ἔχει ὅμως δική της ὑπόσταση, κάτι ποὺ διαφεύγει τῆς προσοχῆς τῶν φορέων τῆς κρατικῆς ἐξουσίας καὶ μὲ νομοσχέδια προχωροῦν σὲ μεταρρυθμίσεις, ἀκόμη καὶ μὲ βίαιες ἐπεμβάσεις, χωρὶς νὰ λαμβάνεται ὑπόψη ὅτι ἔγκλημα δὲν εἶναι ἡ δημοτικὴ ἢ ἡ καθαρεύουσα ἀλλὰ εἶναι ἡ ἔλλειψη ἐπαρκοῦς παιδείας. Ἐπαρκὴς καὶ γενικευμένη παιδεία θὰ ὑψώσει τὸ γλωσσικὸ ἐπίπεδο τοῦ λαοῦ, ἀντίθετα ὑποβιβασμὸς τῆς γλώσσας μὲ ἀνεξέλεγκτα πολιτικὸ-κομματικὰ κριτήρια, γιὰ δῆθεν ἐκσυγχρονισμὸ ἢ ἐκδημοκρατισμὸ ὁδηγεῖ σὲ ἀπαίδευτο λαό.


Οἱ ἑκάστοτε ἐπεμβάσεις τῆς πολιτικῆς στὴν γλῶσσα ὁδηγοῦν σὲ ὀρθογραφικὴ ἀκαταστασία καὶ γλωσσικὴ σύγχυση. Θὰ πρέπει νὰ εἴμαστε εἰλικρινεῖς μεταξύ μας ὅταν μιλᾶμε γιὰ αὐτὰ τὰ θέματα: πιστέψτε μὲ δὲν εἶναι θέμα ἐγωιστικῆς ἐπικράτησης τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλλου, εἶναι συλλογικὴ εὐθύνη ὅλων μας. Ὅμως ποὺ θὰ ἀναζητηθεῖ ἡ εὐθύνη ὅταν ἕνας Ἕλληνας ἀπόφοιτος ἑλληνικοῦ σχολείου δὲν μπορεῖ νὰ διαβάσει τὸ Εὐαγγέλιο ἢ δὲν γνωρίζει τί εἶναι δημοκρατία, ἄνθρωπος, ἀνθρωπισμός, πὼς καὶ γιατὶ ἡ Ἑλλάδα ἦταν, εἶναι καὶ θὰ εἶναι παροῦσα σὲ ὅλες τὶς βιβλιοθῆκες τοῦ κόσμου. Ποιά εἶναι ἡ προσδοκώμενη ὠφέλεια ἀπὸ τὶς νέες ἀποφάσεις τῆς ἡγεσίας τοῦ Ὑπουργείου Παιδείας, Πολιτισμοῦ καὶ Ἀθλητισμοῦ ποὺ ἀφαιρεῖ ἀπὸ τὰ μαθήματα τῆς γενικῆς παιδείας γιὰ τὴν Γ΄τάξη τοῦ Λυκείου τὴν διδασκαλία τοῦ Ἐπιταφίου τοῦ Περικλέους!
Ἐρωτῶ: Εἶναι ἀνεδαφικὸ νὰ μάθουν οἱ νέοι τὶ εἶναι ἡ ἰσηγορία.. προβούλευμα, τί εἶναι ὁ θεσμὸς τῶν δοκιμασιῶν, ὁ ὀστρακισμός;
 Ὑπάρχει πάντα καὶ ἡ ἀντίθετη ἐπιχειρηματολογία μὲ τὴν στερεότυπη ἐρώτηση, αὐτὸ εἶναι δημοκρατία; ἀπάντηση δίνει τὸ ὑπὸ διωγμὸ κείμενο, ὁ Ἐπιτάφιος Τὸ οὐχὶ ἒς ὀλίγους ἀλλ' ἒς πλείονας οἰκεῖν, δημοκρατία κέκληται). Τὸ νὰ κυβερνᾶν ὄχι οἱ λίγοι ἀλλὰ οἱ πολλοί, αὐτὸ τὸ λέμε δημοκρατία.


Δημοκρατία εἶναι καὶ συνάμα πολιτικὸς λόγος, ὅταν ἀπὸ τὸ Βῆμα τοῦ ναοῦ τῆς Δημοκρατίας ἡ ἀρχαία ἑλληνικὴ μαζὶ μὲ τὴν λατινικὴ ἁπλῶς ὁρίζονται «νεκρὲς γλῶσσες ποὺ δὲν μιλιοῦνται σήμερα στὴν καθημερινὴ ἐπικοινωνία τῶν ἀνθρώπων» καὶ ἀκολουθεῖ ἡ διευκρίνιση «Τί θέλει τώρα ἡ ἑλληνικὴ βουλὴ νὰ ἐξαιρέσει τὰ ἀρχαῖα ἑλληνικὰ ἀπὸ τὶς μὴ ὁμιλούμενες γλῶσσες;» «Ὅποιος τολμᾶ νὰ πάει κόντρα στὸ ρεῦμα στοχοποιεῖται ὡς ἐθνομηδενιστής»!

Ἡ ἀπάντηση μοῦ ἔρχεται αὐθόρμητα ἀπὸ τὸ «βιβλίο τοῦ γέλιου καὶ τῆς λήθης» τοῦ Μίλαν Κούντερα:


Τὸ πρῶτο βῆμα γιὰ νὰ ἐξοντώσεις ἕνα ἔθνος, εἶναι νὰ διαγράψεις τὴν μνήμη του. Νὰ καταστρέψεις τὰ βιβλία του, τὴν κουλτούρα του, τὴν ἱστορία του. Μετὰ νὰ βάλεις κάποιον νὰ γράψει νέα βιβλία, νὰ κατασκευάσει μία νέα παιδεία, νὰ ἐπινοήσει μία νέα ἱστορία. Δὲν θὰ χρειαστεῖ πολὺς καιρὸς γιὰ νὰ ἀρχίσει αὐτὸ τὸ ἔθνος νὰ ξεχνᾶ ποιό εἶναι καὶ ποιό ἦταν.


Ὁ ὑπόλοιπος κόσμος γύρω του θὰ τὸ ξεχάσει ἀκόμα πιὸ γρήγορα. Τὸ θέμα τῆς γλώσσας δὲν εἶναι γιὰ διαπραγμάτευση, «τὸ κάθε ὠμέγα, τὸ κάθε ὕψιλον, ἡ κάθε ὀξεία, ἡ κάθε ὑπογεγραμμένη, δὲν εἶναι παρὰ ἕνας κολπίσκος ... κυματιστοὶ ἀμπελῶνες, ὑπέρθυρα ἐκκλησιῶν ... περιστεριῶνες καὶ γλάστρες μὲ γεράνια ...» (Οδ. Ἐλύτης).


Ἡ Γλῶσσα μας, ἡ ἑλληνικὴ ἀποδίδει τὴν ἀλήθεια ὡς φορέας υπερχρονικῶν καὶ πανανθρώπινων ἀξιῶν παροῦσα στὸν καθημερινὸ δημόσιο καὶ ἰδιωτικὸ λόγο δὲν μπορεῖ καὶ δὲν πρέπει νὰ ἀποκοπεῖ ἀπὸ τὸ παρελθόν, ἄλλωστε οἰκοδομώντας τὸ παρὸν στὰ ὑγιῆ θεμέλια τοῦ παρελθόντος ἐλπίζουμε σὲ ἕνα καλύτερο μέλλον. Ὁδηγὸς ζωῆς μπορεῖ νὰ ‘ναι καὶ τὸ παράδειγμα τῆς μέλισσας ποὺ κατὰ τὸν Ισοκράτη γιὰ νὰ φτιάξει τὸ δικό της μέλι: Ὥσπερ γὰρ τὴν μέλιτταν ὁρῶμεν ἐφ' ἅπαντα μὲν τὰ βλαστήματα καθιζάνουσαν, ἀφ' ἑκάστου δὲ τὰ βέλτιστα λαμβάνουσαν, οὕτω δεῖ καὶ τοὺς παιδείας ὀρεγομένους μηδενὸς μὲν ἀπείρως ἔχειν, πανταχόθεν δὲ τὰ χρήσιμα συλλέγειν. (Ἰσοκράτης, πρὸς Δημόνικον).


Ἡ πολιτικὴ στὴν γλῶσσα ἐπίσημα ἐκφράζεται μὲ Μεταρρυθμίσεις. Μεταρρυθμίσεις γιὰ ἀλλαγὲς στὸ ἐκπαιδευτικὸ σύστημα δηλαδὴ στὴν διοίκηση, στὴν χρηματοδότηση, τὸ ἀναλυτικὸ πρόγραμμα, ἢ ἡ προβολὴ τῆς κυβέρνησης σὲ μία προσπάθεια νὰ ὑποβαθμιστοῦν σοβαρώτερα προβλήματα οἰκονομικά, πολιτικά, ὁπότε αὐτὴ ἡ μεταρρύθμιση δείχνει ὅτι σχετίζεται μὲ τὴν πολιτικὴ δυναμική. Αὐτὸ εἶναι περίπου τὸ μεταρρυθμιστικὸ πρόγραμμα ὡς ἐννοιολογικὴ θεώρηση. Οἱ μεταρρυθμίσεις στὴν χώρα μας ἐκτὸς τῶν γενικῶν αὐτῶν θεμάτων εἶχαν ὡς κύριο θέμα τὴν γλῶσσα, κατάργηση ἀρχαίων ἑλληνικῶν, ἐπαναφορὰ ἀρχαίων, δημοτική, καθαρεύουσα, μικτή, δημοτική, μονοτονικὸ σύστημα γραφῆς. 

 

Ἡ μεταρρύθμιση τῆς περιόδου 1917-1920 ὑπῆρξε σταθμὸς στὸ ἐκπαιδευτικό μας σύστημα. Νομοθέτησε τὴν ἀποκλειστικὴ διδασκαλία τῆς δημοτικῆς γλώσσας στὶς τέσσερις πρῶτες τάξεις τοῦ Δημοτικοῦ σχολείου καὶ στὶς δύο τελευταῖες τάξεις τὴν παράλληλη διδασκαλία τῆς δημοτικῆς μὲ τὴν καθαρεύουσα. Ἡ δικαιολογία τῆς ἐπιλογῆς ἦταν τὸ χαμηλὸ ἐκπαιδευτικὸ ἐπίπεδο τοῦ λαοῦ.


1ης Νοεμβρίου 1920 οἱ βασιλόφρονες ἐπανῆλθαν στὴν ἐξουσία. (Ἡ νέα πολιτικὴ ἐξουσία, μὲ τὸ δημοψήφισμα τῆς 22ας Νοεμβρίου 1920, ἀποκατέστησε στὸν θρόνο τὸν ἐξόριστο βασιλιᾶ Κωνσταντῖνο).


Ἄρχισε ἀμέσως ἡ ἀλλαγὴ στὸ ἐκπαιδευτικὸ σύστημα μὲ ἄμεση διακοπὴ τῶν μεταρρυθμίσεων. Προτάθηκε «νὰ κηρυχθώσιν αὐτοδικαίως ἄκυροι, ὡς ἀντισυνταγματικοί, οἱ Νόμοι, καθ' οὓς ἐγένετο ἡ ἀλλαγὴ τῆς γλώσσας τῶν ἀναγνωστικῶν βιβλίων», νὰ ἀποσυρθοῦν ἀπὸ τὰ σχολεῖα καὶ νὰ καταστραφοῦν τὰ βιβλία τῆς δημοτικῆς «ὡς ἔργα ψευδοῦς καὶ κακοβούλου προθέσεως» καὶ νὰ διωχτοῦν ποινικὰ οἱ ὑπεύθυνοι «τῶν πρὸς διαφθορὰν τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης καὶ παιδείας τελεσθέντων πραξικοπημάτων».


1975, ὁ νόμος 309/76 γνωστὸς σὲ ὅλους μας , ὅπως γνωστὰ καὶ τὰ ἀποτελέσματα. Μὲ τὸν νόμο αὐτὸ καθιερώθηκε «γλῶσσα διδασκαλίας, ἀντικείμενο τῆς διδασκαλίας καὶ γλῶσσα τῶν διδακτικῶν βιβλίων, ἡ Νεοελληνική», μὲ τὴν διευκρίνιση ὅτι «Ὡς Νεοελληνικὴ Γλῶσσα νοεῖται ἡ … δημοτικὴ ἄνευ ἰδιωματισμῶν καὶ ἀκροτήτων 1976».


Ἀπὸ τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς στὴν ὁμιλία τοῦ δημοσιογράφου Βάσου Βασιλείου,( βουλευτῆ Ἀθηνῶν τῆς Ν.Δ.) δόθηκαν παραδείγματα, ἐξηγήσεις χωρὶς πάθος πολιτικό, ἀλλὰ μὲ ἀναδρομὴ στὶς θέσεις ὅσων παλαιότερα ἀνησυχοῦσαν γιὰ κάθε μεταρρυθμιστικὴ προσπάθεια.


Ρωτοῦσε ὁ Δημήτρης Βερναδάκης 1833-1907 : «Πώς εἶναι δυνατὸν νὰ καταρτίση ποτὲ ἐθνικὴν γλῶσσαν καὶ φιλολογίαν τὸ Ἔθνος, ὅπερ προσπαθεῖ νὰ συγκαλύψη καὶ ἀποκρύψη τὴν μητρικήν του γλῶσσαν ἐν παντὶ καὶ πάντοτε καὶ ἐκ παντὸς τρόπου, προτιμᾶ δὲ νὰ ψελλίζη μᾶλλον φραγκιστὶ καὶ νὰ μεταχειρίζεται γλῶσσαν ἀνύπαρκτον μᾶλλον, παρὰ τὴν μητρικήν του, ἣν νομίζει καὶ ὀνομάζει χυδαίαν;».


Θὰ μπορούσαμε νὰ ἐπιχειρηματολογοῦμε ἐπὶ μέρες κρίνοντας, συγκρίνοντας, δεχόμενοι, ἀπορρίπτοντας, ἀλλὰ αὐτὸ ποὺ ἐνδιαφέρει εἶναι νὰ μποροῦμε νὰ ἐπιβιώνουμε σὲ μί­α εὐρύ­τε­ρη κοι­νω­νί­ας, μὲ ὅ­ρους ἰσό­τη­τας κι ἐλευ­θε­ρί­ας. Ἀ­κού­γε­ται ἀρ­χι­κὰ ὡραῖο ἀλλὰ τὶ γίνεται μὲ τὴν κοινωνικὴ καὶ πολιτικὴ πραγματικότητα;
Ἐλύτης
Δὲν τολμᾶς νὰ τραβήξεις μία ἀπὸ τὶς ἀξίες ποὺ πιστεύεις ὅτι ἱκανοποιοῦν τὴν ἐθνική σου φιλαυτία καὶ βλέπεις νὰ βγαίνουν μαζί της ἕνα σωρὸ ἄνθρωποι τῶν Χρηματιστηρίων, ποὺ ἀνεβοκατεβαίνουν στὴν Κόλαση ὅπως στὸ σπίτι τους. Δὲν κοιτᾶς νὰ ἀγγίξεις μιὰν ἀπὸ τὶς ἀξίες ποὺ ἱκανοποιοῦν τὰ αἰσθήματα σου γιὰ κοινωνικὴ δικαιοσύνη καὶ βρίσκεσαι νὰ «κάνεις πορεία» μὲ ἕνα συρφετὸ ἀνθρώπων ποὺ δὲν ἔχουν δικὴ τοὺς σκέψη ἀλλὰ τὴν περιμένουν ἀπὸ τὸν καθοδηγητή τους…..» (4).


Ἀπόσπασμα ἀπὸ «τὰ δημόσια καὶ τὰ ἰδιωτικὰ» στὸν τόμο τοῦ «Ἐν λευκῶ».


Πιστεύω ὅτι εἴμαστε σὲ δρόμο κριτικῆς, αὐτοκριτικῆς, ἀναζήτησης, ἀλλὰ καὶ ὑπεράσπισης τῆς ἱστορίας μας, τῆς ἑλληνικότητάς μας, τῆς γλώσσας μας, τῆς γνώσης μας, τῆς ἐθνικῆς μας ταυτότητας.
Ἡ ἔνταξή μας στὴν ΕΕ δὲν προϋπέθετε οὔτε σημαίνει ἀφομοίωση ἢ πολιτιστικὴ ἰσοπέδωση.


Στὸ θέμα τῆς γλώσσας μας μὲ τὶς μεταρρυθμίσεις, τὶς ἀντιρρήσεις, τὶς βελτιώσεις πιστεύω ὅτι ὁ διάλογος, ἡ συναίνεση, ἡ γνώση μας συνδυασμένη μὲ ὑπομονὴ καὶ αὐτοκυριαρχία θὰ μᾶς ἀρματώσει μὲ τὴν Καβαφικὴ πανοπλία.

 

Κωνσταντῖνος Καβάφης «Αἰμιλιανός Μονάη, Ἀλεξανδρεύς, 628–655 μ.X.»

Μὲ λόγια, μὲ φυσιογνωμία, καὶ μὲ τρόπους
μία ἐξαίρετη θὰ κάμω πανοπλία·
καὶ θ' ἀντικρύζω ἔτσι τοὺς κακοὺς ἀνθρώπους
χωρὶς νὰ ἔχω φόβον ἢ ἀδυναμία.

 

Γλῶσσα διοίκησης
Ἀντίθετη πρὸς τὴν γλῶσσα τῆς γνώσης, γλῶσσα ποὺ δίνει φωνὴ στὴν κριτικὴ συνείδηση καὶ σκέψη, ἡ κλειστὴ γλῶσσα τῆς ἀπόλυτης διοίκησης γεννάει μία συνείδηση ποὺ θεωρεῖ τὴν γλῶσσα τῆς κυρίαρχης ἐξουσίας σὰν τὴν γλῶσσα τῆς ἀλήθειας .


Διατύπωση κειμένου- Γλωσσικὴ ὁμοιομορφία
· Οἱ διατάξεις πρέπει νὰ εἶναι διατυπωμένες στὴν δημοτικὴ γλῶσσα καὶ στὴν ὁριστικὴ ἔγκλιση τοῦ ἐνεστῶτα.
· Τὰ ὑπερβατὰ σχήματα λόγου, δηλαδὴ ἡ παρεμβολὴ μίας ἢ περισσότερων λέξεων ἀνάμεσα σὲ δύο ἄλλες, ποὺ ἔχουν στενὴ συντακτικὴ καὶ λογικὴ σχέση, πρέπει νὰ ἀποφεύγονται. Ἐπίσης, οἱ μετοχὲς ἐνδείκνυται νὰ ἀντικαθίστανται μὲ περιφράσεις ποὺ τὶς ἀναλύουν.
· Ἡ ἀπόλυτη μετοχὴ στὴν γενικὴ (γενικὴ ἀπόλυτη), πρέπει νὰ ἀναλύεται σὲ δευτερεύουσα πρόταση, ἐνῶ ἡ φράση «σὲ περίπτωση ποὺ», ὅταν εἰσάγει ὑποθετικὸ λόγο, θὰ πρέπει νὰ ἀντικαθίσταται μὲ φράση εἰσαγόμενη μὲ τὸ «ἂν» ἢ τὸ «ὅταν», κατὰ περίπτωση.
· Ἀντὶ τοῦ ρήματος «καταχωρῶ», ὀρθότερο εἶναι νὰ χρησιμοποιεῖται τὸ ρῆμα «καταχωρίζω» καὶ τὸ παράγωγο οὐσιαστικὸ νὰ γράφεται ὡς «καταχώριση».
· Ἡ λέξη «τυχὸν» πρέπει νὰ μὴ χρησιμοποιεῖται στὸ κείμενο τοῦ νόμου.
· Ἀπαιτεῖται ὁμοιομορφία τοῦ κειμένου κατὰ τὴν χρήση τῶν ρηματικῶν τύπων «συνιστᾶται» ἢ «συστήνεται» γιὰ τὴν σύσταση ὑπηρεσίας, συλλογικοῦ ὀργάνου ἢ θέσεων. Πάντως, ἐνδείκνυται ἡ χρήση τῶν ρημάτων «συνιστᾶται» καὶ «συνιστῶνται», διότι ἔχουν καθιερωθεῖ στὴν νομοθεσία.
· Οἱ ἀριθμοὶ ποὺ περιέχουν μόνο μονάδες ἢ ἀκέραιες δεκάδες ἢ ἑκατοντάδες καὶ ὁ ἀριθμὸς χίλια πρέπει νὰ παρατίθενται, κατ'ἀρχὴν, μόνον ὁλογράφως γιὰ τὴν ἀποφυγὴ σφαλμάτων, ἐνῶ οἱ λοιποὶ ἀριθμοί, τὰ κλάσματα καὶ ποσοστὰ ἐνδείκνυται νὰ τίθενται ἀριθμητικῶς. Ἀπὸ τὸν παραπάνω κανόνα ἐξαιροῦνται οἱ ἀριθμοὶ τῶν ἄρθρων νομοθετημάτων, οἱ ὁποῖοι τίθενται ἀριθμητικῶς.
· Ἡ χρήση τῶν κεφαλαίων γραμμάτων ἐπιβάλλεται μόνο στὴν ἀρχὴ τῆς πρότασης ἢ ὅταν πρόκειται γιὰ τὸν τίτλο ὀργάνων, ὀργανικῶν μονάδων ἢ ὑπηρεσιῶν, ἢ γιὰ κύρια ὀνόματα, στὶς λοιπὲς δὲ περιπτώσεις πρέπει νὰ ἀποφεύγεται.
· Γενικῶς, τὰ νομοθετήματα πρέπει νὰ παρατίθενται ὁμοιόμορφα καὶ κατὰ τὸ δυνατὸν ἁπλούστερα. Ἄν, δηλαδή, τὰ νομοθετήματα ἔχουν ἀριθμό, ἀρκεῖ ἡ μνεία τοῦ ἀριθμοῦ, τοῦ ἔτους καὶ τῶν στοιχείων τῆς δημοσίευσής τους στὸ ΦΕΚ, ὅπως «ν.3852/2010 (ὅπως΄87)». Ἐπίσης, εἶναι ἐνδεδειγμένο, χάριν ὁμοιομορφίας, νὰ γίνεται χρήση τοῦ μικροῦ ἀρχικοῦ γράμματος στὶς συντομογραφίες τῶν νόμων καὶ τῶν προεδρικῶν διαταγμάτων («ν.», «π.δ.».). Ἡ μνεία τοῦ τίτλου τοῦ νομοθετήματος εἶναι, κατὰ κανόνα, περιττή.
Ἡ δημοσίευση τῶν κανονιστικῶν διοικητικῶν πράξεων ἐπιβάλλεται ἀπὸ τὸ Σύνταγμα καὶ τὸν ν. 3469/2006 «Ἐθνικό Τυπογραφεῖο, Ἐφημερὶς τῆς Κυβερνήσεως καὶ λοιπὲς διατάξεις» (Αδιατάξεις ΄131).
Πώς λειτουργεῖ αὐτὴ ἡ γλῶσσα; Στὴν ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ τὸ 1992 15/10 δημοσιεύθηκε ἕνα ἄρθρο τοῦ Ἄγγλου Πρωθυπουργοῦ John Major γιὰ τὴν γλῶσσα τῶν ὀργάνων τῆς Ε.Ε. ὅπου ἐπισημαίνει ὅτι οἱ κοινοὶ ἄνθρωποι δὲν καταλαβαίνουν τὴν συνεστραμμένη γλῶσσα τῶν Εὐρωπαικῶν ἀνακοινωθέντων κτλ. Ἡ ἀπάντηση εἶναι ὅτι ἡ διοικητικὴ γλῶσσα ἀφορᾶ ὅλους σχεδὸν τοὺς ἀνθρώπους ἀλλὰ τὴν χειρίζονται λίγοι.
Πρέπει νὰ εἶναι ἄψογη γραμματικῶς καὶ συντακτικῶς.
Τὸ διοικητικὸ κείμενο δὲν χρειάζεται δεύτερη ἀνάγνωση.
Ἡ καθαρεύουσα μὲ τὴν πειθαρχημένη γλῶσσα βοηθοῦσε.
Δημοτικὴ προθέσεις μετοχὲς κτλ.
Κείμενο σύντομο καὶ σαφές.
Κείμενο εὐπρεπὲς ὄχι διαταγὲς κτλ.
Σύνταγμα δὲν πρόκειται γιὰ δημοτικὴ γλῶσσα ἀλλὰ γιὰ νεοελληνική!
Τελικὸ ν , τριτόκλιτα ὄχι μετοχὲς ὄχι διγλωσσία βάσει μὲ βάση.
Ἐθνικῆς ἀσφάλειας θέματα , σώματα ἀσφαλείας....
Προεδρευόμενης Δημοκρατίας δημόσιου χαρακτῆρα ἀλλὰ Δημοσίου Δικαίου!
Ἁγίας Τριάδας, ρήματα ἐκλέγω ἀόριστος εἶχε ἐκλεγεῖ δηλαδὴ ὑπερσυντέλικος
ΕΚΛΕΓΑΝ .


Μία γλῶσσα στὴν ὁποία δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ ἔχει δομημένη πρόσβαση χωρὶς ἀναφορά, συνεχῆ ἀναφορά, στὴν ἀρχαία γλῶσσα τῶν Ἑλλήνων. Τὰ ἑλληνικὰ πῆραν τοὺς κανόνες τους, ἀπέκτησαν τὴν μορφή τους, σχεδίασαν τοὺς ἤχους τους, τὰ γράμματα καὶ τὰ νοήματά τους, χιλιάδες χρόνια πρίν.


Τὰ ἑλληνικά, ἂν καὶ διαφοροποιημένα, παραμένουν μία ἑνιαία γλῶσσα ἀπὸ τὴν ἀρχαιότητα μέχρι σήμερα, ἔχουν μία γλωσσολογικὴ συνέχεια γιὰ πάνω ἀπὸ 3.000 χρόνια. Κανένας λογικὸς διαμορφωτὴς πολιτικῆς δὲν θὰ ἤθελε νὰ διαγράψει αὐτὴ τὴν πραγματικότητα ἀπὸ τὸ ἑλληνικὸ σχολικὸ πρόγραμμα.


Ἡ Ἀριστέα Τόλια εἶναι Καθηγήτρια Πανεπιστημίου καὶ Πρόεδρος τοῦ ΟΔΕΓ.

Σχεδιασμός και Κατασκευή
JIT